ΑΠΟΨΕΙΣ

Κ. ΓΓ του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Κ. Πρόεδρε του Συμβουλίου της Επικρατείας

Κ. Αντιπρόεδρε του Αρείου Πάγου

Κ. Αντιπρόεδρε του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Κ. Γενικέ Επίτροπε των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

Κ. Επίτροπε του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Κ. εκπρόσωποι των κομμάτων

Κ. αντιπρόεδροι του ΣτΕ, κ. Σύμβουλοι και μέλη της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

Κ. αντιπρόεδρε του ΔΣΑ

Κύριοι εκπρόσωποι των Δικαστικών Ενώσεων και των Ενώσεων των Δικαστικών Υπαλλήλων

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εν ενεργεία και μη

Σε μια περίοδο όπου, διεθνώς, ενισχύονται αυταρχικές τάσεις και δοκιμάζονται οι αντοχές του κράτους δικαίου, η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς εμφανίζει σοβαρά σημάδια υποχώρησης. Η δυσπιστία δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη, αλλά εκτείνεται και στο πολιτικό σύστημα, στα κόμματα και στο ίδιο το Κοινοβούλιο.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη απαιτεί ουσιαστικές θεσμικές εγγυήσεις και παρεμβάσεις, με τους δρόμους που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη ανακοίνωση του Πρωθυπουργού για την πρόθεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να κινήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, κατά το άρθρο 110, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, η έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας δεν συνεπάγεται, από μόνη της, και την αντιμετώπιση των θεσμικών αδυναμιών που έχουν οδηγήσει στο σημερινό κλίμα δυσπιστίας. Το κρίσιμο είναι αν η αναθεώρηση θα κινηθεί προς την ενίσχυση των θεσμικών αντιβάρων ή αν θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε πολιτικές σκοπιμότητες.

Κομβικό ζήτημα της επικείμενης αναθεώρησης είναι το καθεστώς ευθύνης των Υπουργών. Η κίνηση της ποινικής διαδικασίας από ένα αμιγώς πολιτικό σώμα, όπως η Βουλή, συνδέει αναπόφευκτα την ποινική μεταχείριση των Υπουργών με τους εκάστοτε πολιτικούς συσχετισμούς και εισάγει μια προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τους λοιπούς πολίτες. Η τροποποίηση του άρθρου 86 του Συντάγματος και η μεταφορά της αρμοδιότητας της ποινικής δίωξης των Υπουργών στην τακτική Δικαιοσύνη είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση του αισθήματος ισονομίας των πολιτών.

 Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, που δεν μπορεί να παραμένει αποκλειστικό προνόμιο του Υπουργικού Συμβουλίου. Η ισχύουσα ρύθμιση επιτρέπει έναν στενό εναγκαλισμό εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας και δημιουργεί, αναπόφευκτα, υπόνοιες. Στη Δικαιοσύνη, όμως, δεν αρκεί η ανεξαρτησία να υπάρχει· πρέπει και να είναι υπεράνω κάθε σκιάς. Με τον νόμο του Αυγούστου 2024 θεσπίστηκε η δυνατότητα των Ολομελειών να διατυπώνουν γνώμη για τα καταλληλότερα πρόσωπα. Ωστόσο, η εμπειρία της εφαρμογής του νόμου έδειξε ότι η γνώμη αυτή, όταν δεν είναι δεσμευτική, μπορεί να παρακαμφθεί. Γι’ αυτό και η γνώμη του δικαστικού σώματος πρέπει να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι το αποφασίζον όργανο —όποιο και αν είναι— δεν θα μπορεί να επιλέξει άλλα πρόσωπα πέρα από εκείνα που έχουν προταθεί από τους ίδιους τους δικαστές.

Στο ίδιο πνεύμα, προτείνουμε να απαγορευτεί στους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς η ανάθεση καθηκόντων σε δημόσιες υπηρεσίες και ανεξάρτητες αρχές. Η πρακτική αυτή συνδέεται με το φαινόμενο των «περιστρεφόμενων θυρών», δηλαδή της εναλλαγής μεταξύ θέσεων άσκησης δημόσιας εξουσίας, που, ακόμη και όταν δεν υποκρύπτει πραγματική εξάρτηση, δημιουργεί εύλογες υπόνοιες και πλήττει την εικόνα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Ζητούμε από την Πολιτεία να σταθεί αρωγός στην προσπάθεια ενίσχυσης της τρωθείσας εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη και να υιοθετήσει την πρόταση θεσμικού αυτοπεριορισμού που διατυπώνει το ίδιο το δικαστικό σώμα.

Στο ίδιο πλαίσιο τίθεται και ένα ακόμη ζήτημα που ανακινείται στον δημόσιο διάλογο: η συμμετοχή των Δικηγορικών Συλλόγων στα ανώτατα δικαστικά συμβούλια που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστών. Ωστόσο, η εμπλοκή οργάνων εκτός της δικαστικής λειτουργίας σε ζητήματα προαγωγών, μεταθέσεων ή αποσπάσεων δεν συνάδει με τη δικαστική ανεξαρτησία. Ο δικαστής δεν μπορεί να αξιολογείται, άμεσα ή έμμεσα, από φορείς που μετέχουν στη δίκη ως πληρεξούσιοι των διαδίκων. Μια τέτοια εξέλιξη πλήττει την αναγκαία απόσταση που εγγυάται την αμεροληψία της δικαστικής κρίσης. Μόνο ο επιθεωρητής έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει πλήρη και αντικειμενική εικόνα του έργου του, έχοντας πρόσβαση στο σύνολο των αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά το οικείο έτος.

Με δεδομένη την έναρξη της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης, η Ένωσή μας θα διαμορφώσει τις θέσεις της μετά από Γενική Συνέλευση και, στη συνέχεια, μέσω δημοψηφίσματος των μελών της, ώστε να εκφραστεί η συλλογική μας βούληση και να κατατεθούν συγκεκριμένες προτάσεις για τις αναθεωρητέες διατάξεις.

 Τον Ιούλιο του 2025 δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Γενικής Επιτροπείας προς διαβούλευση το σχέδιο αναθεωρημένου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας της Ομάδας Εργασίας της Γενικής Επιτροπείας, εισάγοντας μια ριζική και δομική μεταρρύθμιση της διοικητικής δίκης. Το ΔΣ της Ένωσης τοποθετήθηκε άμεσα επί του σχεδίου, συγκαλώντας Έκτακτη Γενική Συνέλευση στις 17 Οκτωβρίου 2025. Η Γενική Συνέλευση, ως το ανώτατο συλλογικό όργανο της Ένωσης, εξέφρασε με σαφήνεια την κατηγορηματική της αντίθεση σε συγκεκριμένες διατάξεις του προτεινόμενου σχεδίου.

Στη Γενική Συνέλευση συμμετείχε ο ίδιος ο Γενικός Επίτροπος, μαζί με μέλη της Ομάδας Εργασίας. Έδωσαν απαντήσεις, εξήγησαν τις ρυθμίσεις, τοποθετήθηκαν επί των συνεπειών τους. Οι συνάδελφοι γνώριζαν. Και, γνωρίζοντας, απέρριψαν τη ραχοκοκαλιά του σχεδίου: το εμπροσθοβαρές σύστημα και τον θεσμό του εισηγητή δικαστή.

Ο νέος Κώδικας εισάγει ένα εμπροσθοβαρές σύστημα, με βασικό στόχο την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση των λεγόμενων «χρόνων αδράνειας», που εντοπίζονται κυρίως στο στάδιο της προδικασίας.  Ωστόσο, η επιλογή αυτή συνεπάγεται μια σημαντική μετατόπιση ευθυνών στους διαδίκους, ήδη από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η επίκληση της απρόσκοπτης πρόσβασης των πολιτών στη Δικαιοσύνη δεν συμβιβάζεται με την επιβολή ενός ασφυκτικού πλέγματος δικονομικών υποχρεώσεων.

Με την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος, ο διάδικος υποχρεούται μέσα σε είκοσι ημέρες να το επιδώσει στους καθ’ ων στρέφεται, αναλαμβάνοντας εξ αρχής δικονομικό και οικονομικό βάρος. Αν δεν το πράξει, το ένδικο βοήθημα τίθεται στο αρχείο — και στην πράξη, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει δυνατότητα επανάσκησης, καθώς η σχετική προθεσμία έχει ήδη παρέλθει.

Μετά την επίδοση, ενεργοποιούνται νέες, εξίσου ασφυκτικές προθεσμίες. Ο διάδικος οφείλει, εντός τριάντα ημερών, να καταθέσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα και να καταβάλει το παράβολο. Αν δεν ανταποκριθεί, καλείται από τον εισηγητή δικαστή να συμπληρώσει τη νομιμοποίηση και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Έτσι, ο πολίτης κινδυνεύει να χάσει τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας για τυπικούς λόγους, πριν ακόμη εξεταστεί η υπόθεσή του στην ουσία της.

Εξάλλου, η νομιμοποίηση πρέπει να είναι επίκαιρη κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης. Κι όμως, απαιτείται να προσκομίζεται ήδη από την αρχή της διαδικασίας, όταν μέχρι τη συζήτηση μπορεί να έχουν μεσολαβήσει ουσιώδεις μεταβολές — όπως θάνατος διαδίκου, αλλαγή νομίμου εκπροσώπου ή πτώχευση εταιρείας — που καθιστούν την πρόωρη νομιμοποίηση παρωχημένη ή άνευ αντικειμένου.Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, η διαδικασία αυτή αποδεικνύεται εξ αρχής άσκοπη, όταν η προσβαλλόμενη πράξη ανακληθεί ή τροποποιηθεί, όπως συμβαίνει συχνά στις διοικητικές διαφορές.

Παράλληλα, η προτεινόμενη ενίσχυση του θεσμού του εισηγητή μεταφέρει στον δικαστή καθήκοντα που δεν είναι δικαιοδοτικά, αλλά διοικητικά και γραφειοκρατικά, αποσπώντας τον από το κύριο έργο του.

Ο δικαστής καλείται να αναπληρώσει ελλείψεις της Διοίκησης και της γραμματείας: να παρακολουθεί προθεσμίες, να επικοινωνεί με διαδίκους, να επιμελείται για την αποστολή του διοικητικού φακέλου και κάθε κρίσιμου εγγράφου της υπόθεσης.

Το αποτέλεσμα δεν είναι η επιτάχυνση της δικαιοσύνης, αλλά ο κίνδυνος επιβράδυνσής της. Ο δικαστής υποχρεώνεται να ασχολείται με υποθέσεις που δεν είναι ώριμες, εγκαταλείποντας τις ώριμες προς συζήτηση.

Η Ένωση επισήμανε, επίσης, ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αγνοούν πλήρως τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας της Δικαιοσύνης: την υποστελέχωση των δικαστηρίων και της Διοίκησης, την έλλειψη δικαστικών υπαλλήλων και την ανεπάρκεια υλικοτεχνικών υποδομών. Σύμφωνα με την Έκθεση της Γενικής Επιτροπείας για το έτος 2024, η αναλογία υπαλλήλων προς δικαστές είναι μικρότερη ακόμη και του 1:1, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται σε 3,5 υπαλλήλους ανά δικαστή. Επιπλέον, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι επίκουροι με νομική κατάρτιση που θα μπορούσαν να αναλάβουν αυτά τα υποστηρικτικά καθήκοντα είναι ελάχιστοι. Όμως καμία δικονομική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αποδώσει όταν δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες του συστήματος.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης δεν περιορίστηκε σε μια εσωτερική τοποθέτηση. Ανέλαβε πρωτοβουλία θεσμικού διαλόγου με τους βασικούς φορείς της Δικαιοσύνης.

Το Προεδρείο της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας κατέστησε σαφές ότι αντιτίθεται σε κάθε ρύθμιση που εισάγει πρόσθετα δικονομικά εμπόδια στην πρόσβαση των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Όπως, άλλωστε, επισημάνθηκε και στο ψήφισμα της Γενικής μας Συνέλευσης, η καθιέρωση της αποκλειστικής χρήσης ψηφιακών μέσων δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς ως προς την ισότιμη πρόσβαση των πολιτών, ιδίως των πιο ευάλωτων ομάδων, δεδομένου ότι δεν έχουν όλοι πρόσβαση ή και γνώση (ψηφιακός αναλφαβητισμός)— θέση που διατύπωσε ρητά και ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών δια των εκπροσώπων του. Οι ενώσεις των δικαστικών υπαλλήλων υπογράμμισαν ότι το προτεινόμενο σύστημα αγνοεί την υποστελέχωση και τον ήδη υπέρμετρο φόρτο εργασίας των γραμματειών. Έντονες επιφυλάξεις εκφράστηκαν και από εκπροσώπους της Ένωσης του ΝΣΚ, ιδίως αναφορικά με την υποχρέωση της Διοίκησης να αποστείλει τον διοικητικό φάκελο εντός 30 ημερών από την επίδοση του δικογράφου.

Αναδείχθηκε, έτσι, ότι οι επιφυλάξεις μας ως προς τις ανωτέρω προτεινόμενες ρυθμίσεις του σχεδίου δεν αποτελούν συντεχνιακή αντίδραση. Αφορούν το σύνολο του νομικού κόσμου και, κυρίως, το ίδιο το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.

Στη συνέχεια, το Διοικητικό Συμβούλιο, σε πλήρη συμμόρφωση προς την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, προχώρησε στη διενέργεια ηλεκτρονικού δημοψηφίσματος μεταξύ των μελών της Ένωσης, προκειμένου να αποτυπωθεί με τον πιο άμεσο και αδιαμφισβήτητο τρόπο η βούληση του σώματος. Η συμμετοχή υπήρξε ιδιαίτερα υψηλή (ποσοστό 80%) και το αποτέλεσμα σαφές: η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων (ποσοστό 95,4%) εξέφρασε την αντίθεσή της στις βασικές ρυθμίσεις του προτεινόμενου σχεδίου, την εισαγωγή του εμπροσθοβαρούς συστήματος και την ενίσχυση του θεσμού του εισηγητή δικαστή. Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί καθαρή, συλλογική εντολή προς το Διοικητικό Συμβούλιο να υπερασπιστεί τις θέσεις αυτές.

Στο πλαίσιο της εντολής αυτής, το Διοικητικό Συμβούλιο απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Επίτροπο και τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ζητώντας την απόσυρση του σχεδίου αναθεωρημένου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Πρόκειται για μια ξεκάθαρη και μαζική τοποθέτηση των διοικητικών δικαστών, των ίδιων των εφαρμοστών του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας στην πράξη. Η παράκαμψη μιας τόσο ευρείας συλλογικής έκφρασης εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Χωρίς τη συναίνεση των δικαστών που καλούνται να εφαρμόσουν τις διατάξεις, καμία νομοθετική μεταρρύθμιση, όσο φιλόδοξη και αν εμφανίζεται, δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη.

Παρόλα αυτά, κληθήκαμε να συμμετάσχουμε σε επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αντικείμενο «νομοτεχνικές βελτιώσεις» επί ενός σχεδίου που έχει ήδη απορριφθεί από τη συντριπτική πλειοψηφία του σώματος.

Ο ισχύων Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), μετά από ένα τέταρτο του αιώνα εφαρμογής, έχει αποδειχθεί συνεκτικό, ανθεκτικό στον χρόνο και λειτουργικό νομοθέτημα και αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της διοικητικής δίκης. Η σημαντική μείωση του όγκου των εκκρεμών υποθέσεων είναι αποτέλεσμα της συστηματικής προσπάθειας των διοικητικών δικαστών, συχνά με υπέρβαση των προσωπικών τους αντοχών. Τα ίδια τα στοιχεία το επιβεβαιώνουν. Σύμφωνα με τις εκθέσεις της CEPEJ και τους Πίνακες Αποτελεσμάτων της ΕΕ στον Τομέα της Δικαιοσύνης (EU Justice Scoreboard) για το έτος 2023, οι διοικητικές υποθέσεις του πρώτου βαθμού απαιτούν κατά μέσο όρο 439 ημέρες (έναντι 322 ημερών του ευρωπαϊκού μέσου όρου), ενώ το ποσοστό εκκαθάρισης των υποθέσεων φτάνει το 121%, γεγονός που καταδεικνύει ότι το σύστημα ανταποκρίνεται και υπερβαίνει τις εισερχόμενες υποθέσεις.

Συνεπώς, δεν υφίσταται πραγματική ανάγκη νομοθετικής μεταρρύθμισης για την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης. Αντιθέτως, ο ισχύων Κώδικας πρέπει να διατηρηθεί και να βελτιωθεί με στοχευμένες τροποποιήσεις προς την κατεύθυνση της άρσης των δικονομικών εμποδίων στην πρόσβαση των πολιτών στη Δικαιοσύνη, όπως έχει ήδη επισημανθεί στο ψήφισμα της Έκτακτης Γενικής μας Συνέλευσης.

Για τον λόγο αυτό, καλούμε και πάλι το Υπουργείο Δικαιοσύνης να σεβαστεί τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του σώματος των διοικητικών δικαστών και να προχωρήσει στην απόσυρση του σχεδίου.

Η Ένωσή μας θα αναδείξει το ζήτημα και σε διεθνές επίπεδο, θέτοντάς το και ενώπιον της Ένωσης Ευρωπαίων Διοικητικών Δικαστών.

Το τελευταίο διάστημα υπήρξε σειρά αναρτήσεων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες, παρερμηνεύοντας τα γεγονότα, έβαλαν κατά των συλλογικών διαδικασιών της Ένωσης σε σχέση με το προτεινόμενο σχέδιο αναθεωρημένου Κώδικα. Η πειθαρχική αναφορά που κατατέθηκε σε βάρος μου ως Προέδρου της Ένωσης δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αποτελεί την προέκταση και την κορύφωση αυτής της στοχοποίησης. Στρέφεται, στην πραγματικότητα, όχι μόνο κατά του προσώπου της Προέδρου, αλλά συνολικά κατά της στάσης του Δ.Σ. επί του σχεδίου.Τέτοιου είδους ενέργειες πλήττουν τον δικαστικό συνδικαλισμό, που αποτελεί θεσμικό εχέγγυο της ανεξαρτησίας των δικαστών.

Η στήριξη που εκφράστηκε από συναδέλφους, μαζικά και αυθόρμητα, μου δίνει δύναμη να συνεχίσω, με τη βεβαιότητα ότι η στάση αυτή δεν είναι προσωπική, αλλά εκφράζει τη συλλογική βούληση του σώματος. Δεν φοβόμαστε τις ανυπόστατες πειθαρχικές αναφορές. Και δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε. Καλώ όλους τους συναδέλφους να σταθούν ενεργά στο πλευρό των συλλογικών διαδικασιών και των αποφάσεων του σώματος.

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι ο «δικαστικός Καλλικράτης» και η προωθούμενη μετατροπή δικαστηρίων σε τηλεματικά.

Η συζήτηση αυτή αφορά το αν η Δικαιοσύνη θα συνεχίσει να αποτελεί ζωντανό θεσμό, παρόντα στην κοινωνία, ή αν θα μετατραπεί σε μια απομακρυσμένη, απρόσωπη διαδικασία, οργανωμένη με όρους κόστους–οφέλους.

Η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, όμως, είναι δημόσιο αγαθό και συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Και η ουσιαστική άσκησή του προϋποθέτει τη δυνατότητα του πολίτη να προσφεύγει σε δικαστήριο κοντά στον τόπο κατοικίας του.

            Η μείωση της εισροής των υποθέσεων, που προβάλλεται ως επιχείρημα για την κατάργηση ή υποβάθμιση δικαστηρίων, δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Δεν οφείλεται σε πραγματικό περιορισμό των διαφορών, αλλά σε επιλογές που δυσχεραίνουν την πρόσβαση των πολιτών στη Δικαιοσύνη — όπως τα αυξημένα παράβολα, τα δικονομικά βάρη και ο θεσμός της πρότυπης δίκης.Και, στη συνέχεια, η ίδια αυτή μείωση χρησιμοποιείται ως λόγος για την περαιτέρω συρρίκνωση της Δικαιοσύνης.

Έτσι, οδηγούμαστε, ως προδιαγεγραμμένη εξέλιξη, στη μετατροπή κυρίων εδρών δικαστηρίων σε «δικαστικά γραφεία τηλεματικής», δηλαδή, στην πράξη, στην κατάργησή τους. Η χρήση των νέων τεχνολογιών μπορεί να λειτουργήσει επικουρικά. Δεν μπορεί να υποκαθιστά τη φυσική παρουσία στη δίκη.Η μετατροπή της εξ αποστάσεως συμμετοχής σε πάγιο στοιχείο της διαδικασίας προσκρούει στην αρχή της δημοσιότητας της δίκης, η οποία προϋποθέτει τη σύγχρονη παρουσία όλων των παραγόντων στον φυσικό χώρο του δικαστηρίου. Και, τελικά, στην ίδια τη λειτουργία της δίκης ως δημόσιας διαδικασίας, με τον συμβολισμό και την εγγύηση που αυτή συνεπάγεται.

Η παρουσία του δικαστηρίου σε μια τοπική κοινωνία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Η απομάκρυνσή του συμβάλλει στην περαιτέρω ερημοποίηση της περιφέρειας και ενισχύει το αίσθημα εγκατάλειψης των πολιτών.

            Λύσεις στο πρόβλημα της δικαστικής χωροταξίας δεν είναι η αντιμετώπιση της Δικαιοσύνης με κριτήρια που προσιδιάζουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά η αναδιάρθρωση της αρμοδιότητας με μεταφορά δικαστικής ύλης στα περιφερειακά δικαστήρια, η ανακατανομή των οργανικών θέσεων των δικαστών, η μείωση του κόστους της δίκης και η κατάργηση δικονομικών εμποδίων για την πρόσβαση στα δικαστήρια. Αντί να προωθείται μια πολιτική συρρίκνωσης της Δικαιοσύνης, πρέπει να διεκδικήσουμε την αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης με στόχο την επίλυση του κτηριακού προβλήματος πολλών δικαστηρίων και την πρόσληψη δικαστικών υπαλλήλων για την κάλυψη των τεράστιων κενών.

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με σοβαρούς κινδύνους που απειλούν την ανεξαρτησία μας. Η επετηρίδα, το μόνο αδιάβλητο και αξιοκρατικό σύστημα προαγωγών, κινδυνεύει να παρακαμφθεί. Μέσα από την εισαγωγή νέων κριτηρίων εξέλιξης, που δεν σχετίζονται με το δικαιοδοτικό μας έργο, επιχειρείται η διαμόρφωση ανισοτήτων και μεροληψιών στο δικαστικό σώμα. Επιμορφωτικά σεμινάρια και μεταπτυχιακοί τίτλοι, αλλά και αντιεπιστημονικά κριτήρια, όπως η εξαφάνιση ή αναίρεση των αποφάσεών του, δεν μπορούν να αποτελούν κριτήρια για την υπηρεσιακή εξέλιξη του δικαστή, υπερισχύοντας της ποιότητας της δικανικής του κρίσης και της ακεραιότητάς του.

            Στον δημόσιο λόγο επανέρχεται συχνά το αφήγημα περί «ράθυμων δικαστών».

Ένα αφήγημα απλουστευτικό και άδικο, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα ίδια τα στατιστικά στοιχεία για τη διοικητική δικαιοσύνη που προαναφέρθηκαν καταδεικνύουν σαφή και διαρκή βελτίωση των χρόνων απονομής και υψηλά ποσοστά εκκαθάρισης των υποθέσεων. Οι παθογένειες του συστήματος ανάγονται, κατά κύριο λόγο, στην κρατική υποχρηματοδότηση, που συνεπάγεται σοβαρές ελλείψεις σε δικαστικούς υπαλλήλους και ανεπαρκείς υλικοτεχνικές υποδομές, στην κακή νομοθέτηση και την πολυνομία — με χαρακτηριστικό παράδειγμα το φορολογικό δίκαιο, όπου ο δικαστής καλείται συχνά να εφαρμόζει διαφορετικό καθεστώς για κάθε χρήση — καθώς και στην υποστελέχωση της δημόσιας διοίκησης, η οποία οδηγεί σε καθυστερήσεις, όπως η μη έγκαιρη αποστολή του διοικητικού φακέλου.

Αντί, όμως, να αντιμετωπιστούν οι πραγματικές αιτίες, παρατηρείται μια διαρκής μετατόπιση της ευθύνης στους δικαστές. Η αυστηροποίηση του πειθαρχικού πλαισίου και οι πρακτικές στοχοθεσίας, στο πλαίσιο ενός λεγόμενου «δικαστικού management», εντείνουν περαιτέρω την πίεση. Εκλαμβάνονται ως απειλή, οδηγούν σε εντατικοποίηση του δικαστικού έργου και, συχνά, σε προσωπική εξάντληση των δικαστών, χωρίς να εγγυώνται πραγματική βελτίωση της ποιότητας της δικαιοσύνης. Ένας δικαστής πιεσμένος, εξαντλημένος και φοβισμένος δεν μπορεί να αποδώσει ουσιαστική δικαιοσύνη. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η διάταξη περί περικοπής μισθού των δικαστών, της οποίας έχουμε ζητήσει την κατάργηση. Πρόκειται, στην ουσία, για κύρωση με χαρακτήρα πειθαρχικής ποινής, χωρίς τα εχέγγυα της πειθαρχικής διαδικασίας.  

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά την επαρκή στελέχωση της διοικητικής δικαιοσύνης. Στον προηγούμενο διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, για πρώτη φορά, δεν προβλέφθηκαν θέσεις για τη διοικητική δικαιοσύνη. Την ίδια στιγμή, μεταφέρονται συνεχώς νέα αντικείμενα στον πρώτο βαθμό — δημόσιες συμβάσεις, ακυρωτικές διαφορές — με αποτέλεσμα τη σημαντική επιβάρυνση των διοικητικών πρωτοδικείων. Ζητούμε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης την πρόβλεψη επαρκών θέσεων για τη διοικητική δικαιοσύνη στον επόμενο διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών.

Ταυτόχρονα, ανακύπτει ένα σοβαρό ζήτημα ως προς την εξέλιξη των συναδέλφων. Οι ιδιαίτερα πολυπληθείς σειρές που πρόκειται να προαχθούν σε Προέδρους Πρωτοδικών τα αμέσως επόμενα χρόνια δημιουργούν ήδη συνθήκες συμφόρησης στην επετηρίδα. Θα υπάρξει σημαντική καθυστέρηση στις προαγωγές του πρώτου βαθμού, ενώ για τις επόμενες σειρές ο χρόνος αναμονής ενδέχεται να υπερβεί τα 20 έτη. Απαιτείται άμεση θεσμική παρέμβαση, με σταδιακή αύξηση των οργανικών θέσεων στους βαθμούς του Εφέτη και του Προέδρου Εφετών, ώστε να αποσυμφορηθεί η επετηρίδα και να διασφαλιστεί μια εύλογη και αξιοκρατική εξέλιξη των συναδέλφων.

Στον οικονομικό τομέα, η ανάγκη αποκατάστασης των αποδοχών καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική. Ο υψηλός πληθωρισμός των τελευταίων ετών και η εκτόξευση του κόστους ζωής έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση της αγοραστικής δύναμης των δικαστικών λειτουργών.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2025, οι Δικαστικές Ενώσεις, απευθύνθηκαν από κοινού προς το Υπουργείο Οικονομικών, διατυπώνοντας συγκεκριμένη πρόταση για μια δίκαιη μισθολογική αναπροσαρμογή, με στόχο την αποκατάσταση των σημαντικών απωλειών που υπέστησαν οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την περίοδο των μνημονίων, η οποία –κατά τις ίδιες τις κυβερνητικές εξαγγελίες– έχει πλέον παρέλθει. Στο πλαίσιο αυτό, ζητήθηκε η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού για το σύνολο του δημόσιου τομέα, η αύξηση κατά 20% του βασικού μισθού αναφοράς του πρωτοδίκη, η επαναφορά των επιδομάτων ταχείας διεκπεραίωσης και βιβλιοθήκης στα προ της κρίσης επίπεδα, η κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, καθώς και η αποκατάσταση των διαφορών με τις αποδοχές του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ως προς το τελευταίο αίτημα, η Ένωσή μας έχει ήδη καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση νομοθετικής ρύθμισης, σε συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος (αγωγή Καφφέ).

Όσον αφορά την απόρριψη από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας των αιτημάτων των εργαζομένων του Δημοσίου για επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού, είναι αυτονόητο ότι η δικαστική κρίση, όποια κι αν είναι, βασίζεται αποκλειστικά σε νομικά κριτήρια και είναι απολύτως σεβαστή. Δεν εξαντλεί, όμως, το πεδίο της πολιτικής και κοινωνικής διεκδίκησης.

Η επαναφορά των Δώρων αποτελεί κατεξοχήν πολιτική επιλογή. Τα διαθέσιμα δημοσιονομικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι υπάρχει η σχετική δυνατότητα: το κόστος του 13ου και 14ου μισθού εκτιμάται περίπου στα 1,37 δισ. ευρώ (ή 1,56 δισ. με τις εισφορές), ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2025 ανέρχεται σε 8,1 δισ. ευρώ. Τα δεδομένα αυτά αποδυναμώνουν το επιχείρημα περί έλλειψης δημοσιονομικού χώρου.

Παράλληλα, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι πρόκειται για δαπάνη που αφορά μισθωτούς και συνταξιούχους, δηλαδή τα κοινωνικά στρώματα που συμβάλλουν δυσανάλογα στα δημόσια έσοδα μέσω της άμεσης φορολογίας. Τα Δώρα δεν συνιστούν φιλανθρωπία αλλά μέρος της απλήρωτης εργασίας των εργαζομένων, το οποίο ανεστάλη υπό συνθήκες έκτακτης δημοσιονομικής ανάγκης. Η συνέχιση της παρακράτησής τους, σε περίοδο δημοσιονομικής σταθεροποίησης, στερείται πλέον επαρκούς αιτιολογίας.

Η αύξηση του βασικού μισθού κατά 20% είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων ζωής και μετά την αποχώρησή μας από την υπηρεσία. Χωρίς ουσιαστική ενίσχυση του βασικού μισθού, δεν υπάρχει καμία πραγματική προοπτική βελτίωσης των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών. Ήδη, το ποσοστό αναπλήρωσης ανέρχεται περίπου στο 45% του μισθού, το χαμηλότερο στον δημόσιο τομέα, γεγονός που οδηγεί σε σημαντική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων συναδέλφων. Η μη συμμόρφωση της Πολιτείας προς την 1332/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η συνέχιση της επιβολής της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Παράλληλα, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις για παράταση του εργασιακού βίου έως τα 70 ή και τα 72 έτη, με προφανείς συνέπειες: εξάντληση των φυσικών και πνευματικών αντοχών των δικαστών και ταυτόχρονη επιβράδυνση της εξέλιξης των νεότερων συναδέλφων.

Θα συνεχίσουμε, με συνέπεια και αποφασιστικότητα, να διεκδικούμε την πλήρη αποκατάσταση των αποδοχών και των συντάξεών μας, μέχρι την ουσιαστική ικανοποίηση των αιτημάτων μας.

            Επίσης, αιτούμαστε τη θέσπιση δυνατότητας εθελουσίας εξόδου για τους δικαστικούς λειτουργούς που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Αντίστοιχη ρύθμιση είχε υπάρξει και στο παρελθόν και αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη και αναγκαία. Πρόκειται για ένα μέτρο με ανθρώπινο χαρακτήρα, που παρέχει μια αξιοπρεπή διέξοδο σε συναδέλφους που δοκιμάζονται, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας.

            Τέλος, θέσαμε προς το Υπουργείο και το ζήτημα της κρατικής επιχορήγησης της πρόσβασης των δικαστικών λειτουργών σε βάσεις νομικών πληροφοριών. Πρόκειται για απαραίτητα εργαλεία για την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, ιδίως υπό τις σύγχρονες συνθήκες πολυνομίας και αυξημένων απαιτήσεων. Για το ζήτημα αυτό υπήρξε θετική ανταπόκριση από το Υπουργείο. Αναμένουμε, συνεπώς, την άμεση υλοποίηση της δέσμευσης αυτής.

Κυρίες και Κύριοι,

Η απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να μετριέται με όρους ποσοτικούς.

Τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται μια κατεύθυνση που αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής και προσέλκυσης επενδύσεων. Πρόκειται για μια λογική αλλότρια προς τον θεσμικό της ρόλο. Η Δικαιοσύνη οφείλει, κατά το Σύνταγμα, να παραμένει ουδέτερη, απονέμοντας το δίκαιο με όρους ισότητας για όλους. Κάθε ρύθμιση που εισάγει εμπόδια, απομακρύνει τη Δικαιοσύνη από τον πολίτη ή μετατρέπει τον δικαστή σε διεκπεραιωτή, πλήττει τον πυρήνα της δικαστικής προστασίας.

Η ενίσχυση της Δικαιοσύνης δεν περνά μέσα από τη συρρίκνωσή της. Περνά μέσα από τη στήριξη του έργου των δικαστών και την ενίσχυση των υποδομών της. Και αυτό είναι το διακύβευμα.

Μια Δικαιοσύνη ανεξάρτητη, προσβάσιμη και στην υπηρεσία του πολίτη.    

Σας ευχαριστώ πολύ