ΑΠΟΨΕΙΣ

«Τα όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των (επι)κριτών τους»

Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Εφέτης Δ.Δ., Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

(ομιλία στην εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν το Ίδρυμα Θεμιστοκλή & Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου και η Ένωση Ελλήνων Συνταγματολόγων, σε συνεργασία με την Ένωση Διοικητικών Δικαστών, τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ στις 15.1.2026)

1. Η ελευθερία έκφρασης των δικαστών

Η ελευθερία της έκφρασης, συχνά αποκαλούμενη ως η πολυτιμότερη από όλες τις ελευθερίες, συμβάλλει καθοριστικά, κατά τον Ronald Dworkin, στην ολοκλήρωση της αυτονομίας του υποκειμένου και συνιστά ταυτόχρονα, δομικό στοιχείο της ίδιας της δημοκρατίας . Σύμφωνα με την εμβληματική διατύπωση που επαναλαμβάνει στις αποφάσεις του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) «η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιώδη θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και έναν από τους βασικούς όρους της προόδου της και της αυτοπραγμάτωσης κάθε ατόμου», ενώ «εφαρμόζεται όχι μόνο σε πληροφορίες ή ιδέες που γίνονται ευνοϊκά δεκτές ή θεωρούνται ανώδυνες ή αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ανησυχούν», καθώς «τέτοιες είναι οι απαιτήσεις του πλουραλισμού, της ανεκτικότητας και της ευρύτητας πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία». Ή με τα λόγια της Rosa Luxemburg, η ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία αυτού που σκέφτεται διαφορετικά.

Η ελευθερία έκφρασης του δικαστή κατοχυρώνεται από το ελληνικό Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις και προεχόντως από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δικαίωμα αυτό υπόκειται σε περιορισμούς, όπως η μη προσβολή της προσωπικότητας και η μη παραβίαση δικαιωμάτων τρίτων, στο μέτρο που δεν θίγεται ο πυρήνας του. Το Σύνταγμα επιβάλλει, στο άρθρο 29 παρ. 3, την απαγόρευση εκδηλώσεων υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, περιορισμός που επαναλαμβάνεται και στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ, ν. 4938/2022). Το άρθρο 109 παρ. 4γ και 4δ του ΚΟΔΚΔΛ ορίζει ρητά ότι δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για τον δικαστικό λειτουργό η δημόσια έκφραση γνώμης, εκτός αν γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά ορισμένου πολιτικού κόμματος ή άλλης πολιτικής οργάνωσης, ενώ θεμιτή και προστατευόμενη είναι η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης στα πλαίσια συμμετοχής σε δικαστική ένωση.

Το ΕΔΔΑ, σε αποφάσεις του που αφορούν ειδικά τους δικαστικούς λειτουργούς, αναγνώρισε ότι, όταν πρόκειται για ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας της δικαιοσύνης, του κράτους δικαίου ή της διάκρισης των εξουσιών, η δημόσια έκφραση των δικαστών απολαμβάνει αυξημένης προστασίας. Στην υπόθεση Baka κατά Ουγγαρίας της 23.6.2016, το Δικαστήριο τόνισε ότι, ιδίως όταν ο δικαστής κατέχει θεσμική θέση με αυξημένη ευθύνη, όπως Προέδρου Δικαστικού Συμβουλίου, δεν έχει απλώς δικαίωμα αλλά υποχρέωση να εκφράσει την άποψή του επί των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων που αφορούν τη Δικαιοσύνη και είναι πιθανόν να έχουν επιπτώσεις στην ανεξαρτησία της. Στην απόφαση Wille κατά Λιχτενστάιν της 28.10.1999, υπογράμμισε ότι, ακόμη και αν ένα ερώτημα που πυροδοτεί συζήτηση για το δικαστικό σώμα έχει πολιτικές προεκτάσεις, αυτό το απλό γεγονός δεν αρκεί από μόνο του για να εμποδίσει έναν δικαστή να εκφέρει γνώμη για το εν λόγω θέμα. Στην απόφαση Sarisu Pehlivan κατά Τουρκίας της 6.6.2023, έκρινε ότι η επιβολή πειθαρχικής ποινής στη γενική γραμματέα ένωσης δικαστών λόγω δημόσιων δηλώσεών της για νομοθετική ρύθμιση που επηρέαζε αρνητικά τη λειτουργία της δικαιοσύνης παραβίασε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το ειδικό καθεστώς του δικαστή, λόγω της συμβολής του στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, του επιβάλλει το καθήκον του εγγυητή των ατομικών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, επισημαίνοντας τον ρόλο των δικαστικών ενώσεων ως «κοινωνικών φρουρών». Στην πρόσφατη απόφαση Danileţ κατά Ρουμανίας της 15.12.2025, το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι όταν η δημοκρατία ή το κράτος δικαίου απειλούνται σοβαρά, οι δικαστές έχουν δικαίωμα – και σε ορισμένες περιπτώσεις καθήκον – να τοποθετούνται δημόσια για ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος.

Ολόκληρο το άρθρο