ΑΠΟΨΕΙΣ

Δικαστική ανεξαρτησία: πέρα από τους Χάρτες Δεοντολογίας

Της Βανέσσας Παναγιώτας Ντέγκα, Προέδρου της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, Εφέτη Δ.Δ.

Το πρόσφατο άρθρο της Επιτρόπου της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων Αγγελικής Παπαπαναγιώτου-Λέζα για την αναγκαιότητα θέσπισης Χάρτη Δεοντολογίας για τους δικαστικούς λειτουργούς των διοικητικών δικαστηρίων[1] επαναφέρει μια παλαιότερη συζήτηση. Ωστόσο, η συζήτηση αυτή εκκινεί από εσφαλμένη αφετηρία. Το ζήτημα δεν είναι αν ο δικαστής οφείλει να επιδεικνύει ήθος, ακεραιότητα και αίσθημα ευθύνης. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη ενισχύεται μέσω Χαρτών Δεοντολογίας ή αν οι αιτίες της σημερινής απαξίωσης του θεσμού είναι βαθύτερες.

  1. Από τη δεοντολογία στην επιτήρηση

               Κατ’ αρχάς, δεν υφίσταται κανονιστικό κενό που να επιβάλλει τη θέσπιση τέτοιων κειμένων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών καθορίζονται ήδη από το Σύνταγμα και τους τυπικούς νόμους, και ιδίως από τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, ΦΕΚ Α' 109). Επομένως, είτε οι Χάρτες Δεοντολογίας επαναλαμβάνουν αρχές που ήδη προβλέπονται από το ισχύον δίκαιο είτε επιχειρούν να εισαγάγουν νέα πρότυπα συμπεριφοράς. Στην πρώτη περίπτωση η αναγκαιότητά τους είναι αμφίβολη. Στη δεύτερη, επιχειρείται η αξιολόγηση του δικαστή με κριτήρια που δεν προβλέπει ο νόμος και μάλιστα σε ζητήματα που αφορούν την προσωπική και κοινωνική του ζωή.

Αξίζει να εξεταστεί το περιεχόμενο του Χάρτη Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής Χάρτη).[2] Μολονότι ο ίδιος ο Χάρτης διακηρύσσει ρητώς ότι δεν θεσπίζει κανόνες δικαίου ούτε εισάγει δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τους δικαστικούς λειτουργούς, περιλαμβάνει διατυπώσεις που επιχειρούν να κατευθύνουν τη συμπεριφορά τους.

Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, οι πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές και λοιπές πεποιθήσεις των δικαστών πρέπει να εκφράζονται «κατά τρόπο που αρμόζει στο λειτούργημα». Η διατύπωση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα. Επιτρέπεται ο δικαστής να εκφράζεται δημοσίως υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος, της ισότητας των φύλων ή της ενίσχυσης των κοινωνικών δικαιωμάτων; Επίσης, προβλέπεται ότι η στάση του απέναντι σε «κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές ή ιδεολογικές ομάδες» δεν πρέπει να κλονίζει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην αμερόληπτη άσκηση των καθηκόντων του. Τι ακριβώς συνιστά όμως μια «ιδεολογική ομάδα»; Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια ένας πολιτιστικός σύλλογος, μια εθελοντική οργάνωση ή μια ένωση για την προάσπιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Ακόμη, η συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού πρέπει να θεωρείται άμεμπτη από τον «μέσο συνετό πολίτη». Ποιος είναι ο «μέσος συνετός πολίτης» και με ποια κριτήρια κρίνει έναν δικαστή; Επιπλέον, η ιδιωτική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή του δικαστή πρέπει να είναι «αξιοπρεπής» και να «συμβαδίζει με το κύρος της θέσης του», ενώ παράλληλα ο ίδιος οφείλει να μεριμνά ώστε να μην τίθεται υπό αμφισβήτηση η εικόνα αμεροληψίας του. Μπορεί άραγε ένας δικαστής να εκφράζει δημόσια τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή την αθεΐα του, να συμμετέχει σε δράσεις αλληλεγγύης ή να επιλέγει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα χωρίς να θεωρηθεί ότι θίγει το κύρος της θέσης του;

Ο Χάρτης βρίθει αόριστων εννοιών, οι οποίες αφήνουν ευρύ περιθώριο υποκειμενικών ερμηνειών. Διαφαίνεται επίσης μια τάση διεύρυνσης των περιορισμών που τίθενται στις πτυχές της ιδιωτικής ζωής των δικαστών. Επιπλέον, το κείμενο διαπνέεται από μια έντονα πατερναλιστική αντίληψη για τον δικαστικό λειτουργό. Η απαγόρευση αποδοχής δώρων από τον ίδιο ή τα μέλη της οικογένειάς του, καθώς και η διευκρίνιση ότι οι διαδικτυακές φιλίες δεν εξομοιώνονται αναγκαία με τις φιλίες της πραγματικής ζωής, αφορούν είτε αυτονόητες υποχρεώσεις που ήδη απορρέουν από το ισχύον δίκαιο είτε διαπιστώσεις κοινής λογικής. Η ανάγκη διατύπωσης τέτοιων υποδείξεων προδίδει μια αντίληψη του δικαστή ως προσώπου που χρειάζεται διαρκείς νουθεσίες ακόμη και για ζητήματα στοιχειώδους επαγγελματικής και κοινωνικής συμπεριφοράς.

  1. Τα πραγματικά αίτια της δυσπιστίας στη Δικαιοσύνη

Τα κείμενα δεοντολογίας παρουσιάζονται συχνά ως εργαλείο ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, τα αίτια της σημερινής δυσπιστίας είναι πολύ βαθύτερα. Συνδέονται καταρχάς με τον σφικτό εναγκαλισμό μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας. Το ισχύον σύστημα επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από το Υπουργικό Συμβούλιο εξακολουθεί να δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την εξωτερική εικόνα ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Γιώργος Σταυρόπουλος έχει μάλιστα παρατηρήσει ότι ορισμένοι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί δίνουν την εντύπωση ότι είναι «πλήρως υποταγμένοι στις εκάστοτε κυβερνητικές διαθέσεις».[3] Ανάλογες επιφυλάξεις προκαλεί και η ανάληψη θέσεων στην εκτελεστική εξουσία ή σε ανεξάρτητες αρχές από αφυπηρετούντες δικαστικούς λειτουργούς αμέσως μετά την αποχώρησή τους από το δικαστικό σώμα.

Το κύρος της Δικαιοσύνης κλονίζεται επίσης όταν δημιουργούνται υπόνοιες διαφθοράς ή αθέμιτης εξάρτησης από πολιτικά και οικονομικά κέντρα ισχύος. Ο πρώην αρεοπαγίτης και Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης Λέανδρος Ρακιντζής, καταθέτοντας στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής, έκανε λόγο για «επίορκους δικαστές», για «επώνυμους που δεν καταδικάζονται ποτέ, παρά απαλλάσσονται με βούλευμα» και για αποφάσεις «που δεν μπορεί να εξηγήσει».[4] Στο ίδιο πνεύμα, ο επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας έχει επισημάνει ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι εκ φύσεως άτρωτη απέναντι σε φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς, ιδίως όταν οι θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας αποδυναμώνονται.[5]

Τα ζητήματα αυτά δεν αντιμετωπίζονται με εγχειρίδια δεοντολογίας. Απαιτούν σαφή όρια μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας και πειθαρχικά όργανα ικανά να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν πραγματικά περιστατικά επίορκης συμπεριφοράς. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν επιδιώκουμε έναν δικαστή ελεύθερο και ανεξάρτητο ή έναν δικαστή διαρκώς επιτηρούμενο.

  1. Ο δικαστής σε μια δημοκρατική κοινωνία

Ο δικαστής σε μια δημοκρατική κοινωνία δεν αυτολογοκρίνεται ούτε αποφεύγει κάθε κοινωνική συναναστροφή για να διαφυλάξει την αμεροληψία του. Ο Ι. Μανωλεδάκης αναφέρει χαρακτηριστικά την περίπτωση δικαστή που, όταν καθόταν σε ζαχαροπλαστείο, επέλεγε να κάθεται με το πρόσωπο στραμμένο προς τον τοίχο ώστε να αποφεύγει ακόμη και έναν τυπικό χαιρετισμό από δικηγόρους[6]. Όμως ο δικαστής δεν είναι αναχωρητής. Ασκεί το έργο του μέσα στην κοινωνία και για την κοινωνία. Το δικαιοδοτικό του έργο είναι κατ’ εξοχήν αντιεξουσιαστικό, καθώς καλείται να εξισορροπεί αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις και να οριοθετεί την εξουσία καθεμιάς έναντι των άλλων.

Ο υπέρμετρος φόρτος εργασίας οδηγεί συχνά σε έναν ιδιότυπο κοινωνικό παροπλισμό των δικαστών, στερώντας τους τον αναγκαίο χρόνο για πνευματική καλλιέργεια και ουσιαστική συμμετοχή στην κοινωνική ζωή. Η πίεση για διαρκώς ταχύτερη παραγωγή δικαστικού έργου εγκυμονεί έναν ακόμη κίνδυνο: τη διαμόρφωση μιας νοοτροπίας απλού διεκπεραιωτή υποθέσεων.

Δεν είναι αναγκαίο ο δικαστής να στερείται πολιτικών ή κοινωνικών πεποιθήσεων για να είναι ανεξάρτητος. Η αξιοπιστία του δεν εξαρτάται από την πραγματική ή προσποιητή του ουδετερότητα απέναντι στις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες, αλλά από την ποιότητα του δικαιοδοτικού του έργου, την ορθότητα των λύσεων που υιοθετεί και την πειστικότητα της αιτιολογίας τους.[7]

Η δικαστική ανεξαρτησία προϋποθέτει δικαστές με δημοκρατική συνείδηση και πλήρη επίγνωση ότι η εξουσία που ασκούν δεν είναι δική τους αλλά τους έχει ανατεθεί χάριν του κοινωνικού συνόλου. Το ελεύθερο φρόνημα του δικαστή είναι, επομένως, πρωτίστως δημοκρατικό φρόνημα. Η δημοκρατική του νομιμοποίηση δεν απορρέει από την εικόνα που εκπέμπει ούτε από την προσαρμογή της προσωπικής του ζωής σε αόριστα πρότυπα κοινωνικής αποδοχής, αλλά από τη δικαστική κρίση που διατυπώνει και αιτιολογεί δημόσια στο όνομα του Ελληνικού Λαού. Υπό την έννοια αυτή, εύστοχα έχει γραφτεί ότι «η προσωπικότητα του δικαστή είναι εκείνη που τον καθιστά αξιόπιστο. Για να είναι αξιόπιστος χρειάζεται γνώση, να έχει τόλμη, αλλά να έχει και ανθρωπιά. Αν δεν είναι πρωτίστως άνθρωπος, δεν είναι κατάλληλος να είναι δικαστής».[8]

[1] Αγγελική Παπαπαναγιώτου-Λέζα: «Χάρτης Δεοντολογίας-Πολυτέλεια ή αναγκαίο εργαλείο για τους δικαστικούς λειτουργών των Διοικητικών Δικαστηρίων;», https://www.dikastiko.gr/articles/aggeliki-papapanagiotoy-leza-chartis-deontologias-polyteleia-i-anagkaio-ergaleio-gia-toys-dikastikoys-leitoyrgoys-ton-dioikitikon-dikastirion/
[2] https://www.adjustice.gr/webcenter/content/conn/WebCenterSpaces-ucm/path/WebCenterSpaces-Root/ste/static/Pdf/Chartis_Deontologias_DL_StE.pdf?lve
[3] Ομιλία του ιδρυτή και πρώτου Προέδρου της Εταιρίας Γεωργίου Σταυρόπουλου, επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Βιώματα και Εξουσία», https://eedd.gr/omilia-tou-idryti-kai-protou-proedrou-tis-etairias-georgiou-stavropoulou-epitimou-antiproedrou-tou-symvouliou-tis-epikrateias-kata-tin-parousiasi-tou-vivliou-tou-viomata-kai-exousia/
[4] Αντώνης Ρουπακιώτης, Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας, Αλήθειες και Μύθοι, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2026, σελ. 295.
[5] Στέφανος Ματθίας , Διαφθορά και κρατική εξουσία. Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 2005, Τόμος 15, 1-17.
[6] Ιωάννης Μανωλεδάκης, σε Δικαστής και Κοινωνία, Εταιρεία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, Α.Π.Θ. Τμήμα Νομικής, Ένωση Νομικών Βορείου Ελλάδος, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α.Λιβάνη, 1999, σελ. 98.
[7]Κωνσταντίνος Μενουδάκος, σε Δικαστής και Κοινωνία, ο.π., σελ. 217.
[8] Βάσος Ρώτης, σε Δικαστής και Κοινωνία, ο.π., σελ. 118.