ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ
Αθήνα, 18.5.2026
Αρ. Πρωτ. 72
Προς
Τον Υπουργό Δικαιοσύνης
κ. Γεώργιο Φλωρίδη
Κοινοποίηση:
κ. Ιωάννη Μπούγα
Υφυπουργό Δικαιοσύνης
ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Αξιότιμοι κ.Υπουργέ και κ.Υφυπουργέ Δικαιοσύνης
Σε συνέχεια, των όσων εκτέθηκαν ενώπιόν σας κατά τις συναντήσεις μας σε ό,τι αφορά τις άδειες των δικαστικών λειτουργών, σας καταθέτουμε αιτιολογική έκθεση και προτεινόμενες τροποποιήσεις των διατάξεων του άρθρου 194 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συναφών διατάξεων του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ). Επίσης, υπενθυμίζουμε τις προτάσεις της Ένωσής μας για τις λοιπές διατάξεις του ΚΟΔΚΔΛ, με ιδιαίτερη αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 5 και 7 και 50 παρ. 3-4 του ΚΟΔΚΔΛ, όπως παρατίθενται κατωτέρω.
Α’ ΜΕΡΟΣ - ΑΔΕΙΕΣ
Αιτιολογική:
Η τροποποίηση των κατωτέρω διατάξεων αποσκοπεί αφενός στη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της ολοκλήρωσης των υποθέσεων, ακόμη και όταν προκύπτουν απρόβλεπτα και σοβαρά εμπόδια στο έργο του δικαστηρίου, αφετέρου στη διασφάλιση του σκοπού και του περιεχομένου της λήψης οιασδήποτε άδειας από δικαστικό λειτουργό, δεδομένου ότι η τρέχουσα κατάσταση και οι υφιστάμενες πρακτικές που τηρούνται στα δικαστήρια, δεν εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής (βλ. και το συναφές ερωτηματολόγιο της CEPEJ για τη σύνταξη κατευθυντήριων γραμμών και σύνοψη καλών πρακτικών στο ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής των δικαστών, που εστάλη στους Έλληνες δικαστές προς συμπλήρωση την 6η.6.2025). Οι τροποποιήσεις αυτές κρίνονται απαραίτητες, διότι ο Έλληνας Δικαστής όταν λαμβάνει κάποια άδεια απαλλάσσεται μόνο από το καθήκον συμμετοχής του σε σύνθεση δικαστηρίου και εκδίκασης υποθέσεων. Δεν απαλλάσσεται ρητά από τα υπόλοιπα καθήκοντα, ήτοι της διάσκεψης, της συγγραφής και της έκδοσης αποφάσεων, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, λόγω της εντατικοποίησης του έργου μας (έμφαση στην ποσότητα και την ταχύτητα, υπερβολικές πιέσεις με απειλή περικοπής μισθού και άλλων κυρώσεων, κ.λπ.), όπου οι δικαστικοί λειτουργοί ‘‘διαθέτουν’’ το δικαίωμα σε άδεια (δεν αιτούνται δηλαδή άδειας, αφού είναι στην ουσία άνευ περιεχομένου), προκειμένου να μην έχουν υπηρεσιακής φύσης συνέπειες. Η προτεινόμενη τροποποίηση, που αφορά στην πρόβλεψη αναστολής της 8μηνης προθεσμίας έκδοσης απόφασης και στη δυνατότητα επιστροφής δικογραφίας, χωρίς δυσμενείς (πειθαρχικές και υπηρεσιακές) συνέπειες για τον αδειούχο δικαστή, διασφαλίζει τη δυνατότητα του τελευταίου, σε περιπτώσεις αναρρωτικής άδειας να λάβει την απαιτούμενη θεραπεία και να αναρρώσει, απαλλαγμένος από το άγχος των εκκρεμών υποθέσεων και την επιπλέον επιβάρυνση να μελετά υποθέσεις και να συγγράφει αποφάσεις, ενόσω διαρκεί η άδειά του, και προφανώς από το να υποχρεώνεται στα αδύνατα, γεγονός που, όπως έχει αποδειχθεί, οδηγεί τους δικαστικούς λειτουργούς και σε παραίτηση, λόγω μη επαρκούς ανάρρωσης και συνεχούς κόπωσης. Ταυτόχρονα, όμως, η ρύθμιση αυτή εξασφαλίζει ότι δεν θα καθυστερήσει, περαιτέρω, η υπόθεση των διαδίκων (αναμένοντας την ανάρρωση του δικαστικού λειτουργού). Στο ίδιο αποσκοπεί (ήτοι ταυτόχρονη διασφάλιση δικαιώματος δικαστή και συμφέροντος διαδίκου) και η πρόβλεψη αναστολής της 8μηνης προθεσμίας έκδοσης απόφασης κατά τη διάρκεια και των λοιπών αδειών (κύησης, ανατροφής τέκνου κλπ), με τη δυνατότητα αφαίρεσης/επιστροφής δικογραφίας, μεσούσης της άδειας, σε περίπτωση που ο δικαστής που διευθύνει το Δικαστήριο ή το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης κρίνει ότι παρήλθε εύλογος χρόνος, σε συνάρτηση και με το αντικείμενο της υπόθεσης των διαδίκων (π.χ. σύνταξη αναπηρίας, κ.λπ.), χωρίς δυσμενείς (πειθαρχικές και υπηρεσιακές) συνέπειες για τον αδειούχο δικαστή [όπως συγκεκριμενοποιείται στις προτεινόμενες τροποποιήσεις]. Η αναστολή του οκταμήνου παρίσταται εύλογη, καθόσον το νόημα και το περιεχόμενο μιας άδειας συνίσταται στη μη παροχή υπηρεσίας κατά το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί. Δεν νοείται να αντιπαραβάλλεται η άσκηση του δικαιώματος λήψης οποιασδήποτε άδειας (ανατροφής τέκνου, αναρρωτικής κ.λπ.) με τις υπηρεσιακές υποχρεώσεις, πρακτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα και έχει επικριθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η μη πρόβλεψη δυνατότητας αναστολής της προθεσμίας έκδοσης απόφασης ή η μη πρόβλεψη ανακατανομής μιας υπόθεσης σε περιπτώσεις όπως η ασθένεια, η εγκυμοσύνη ή η μητρότητα κ.λπ., παραβιάζει θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα [βλ. και την από 15.6.2025 ανακοίνωση της AEAJ https://www.aeaj.org/blog/statement-on-the-independence-]. Η υποστήριξη της ευημερίας των δικαστών δεν είναι απλώς θέμα εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά είναι θεμελιώδης για τη λειτουργία της δικαιοσύνης, την ποιότητα των αποφάσεων, την προστασία του κράτους δικαίου (βλ. και Opinion 28 του CCJE: contribution of judicial well-being to the rule of law). Ειδικότερα, η προτεινόμενη τροποποίηση στο άρθρο 53 του ΚΟΔΚΔΛ για την πρόβλεψη της δυνατότητας υποβολής της αίτησης για άδεια ανατροφής οποτεδήποτε μέχρι και την ηλικία των τεσσάρων ετών του τέκνου και την ικανοποίηση αυτής εντός τριμήνου από την κατάθεση της αίτησης από τον δικαστή που διευθύνει το Δικαστήριο, αφενός εξυπηρετεί την αποκατάσταση της ελλιπούς κατοχύρωσης του δικαιώματος ανατροφής τέκνου, διότι με την ισχύουσα διάταξη (υποβολή αίτησης εντός 2μηνών από τη λήξη της άδειας μητρότητας ή εντός 2 μηνών από τον διορισμό και την ανάληψη καθηκόντων, όπως η διάταξη έχει ερμηνευθεί), ήδη έχουν απορριφθεί αιτήσεις για τη λήψη άδειας ανατροφής τέκνου, λόγω παρέλευσης αυτού του διμήνου, αφετέρου εξασφαλίζεται εύλογος χρόνος (δίμηνο ή τρίμηνο κατά περίπτωση για την ικανοποίηση του αιτήματος) για τον διευθύνοντα Δικαστή να αναπροσαρμόσει και να προγραμματίσει το έργο του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις υποβληθείσες αιτήσεις.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 194 ΠΑΡ.1 ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Να αντικατασταθεί το εδάφιο θ’ της παρ.1 του άρθρου 194 του ΚΔΔ ως εξής: [προτείνεται η διαγραφή της λέξης αναρρωτικής, ώστε ανωτέρα βία για την υπηρεσία να θεωρείται κάθε άδεια, άλλωστε αναγραφόταν ενδεικτικά η αναρρωτική άδεια. Προτείνεται η προσθήκη όσων έχουν προστεθεί με bold]
«Επιφυλλασσομένων των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου για λόγους ανωτέρας βίας, όπως, μεταξύ άλλων, [αναρρωτικής] άδειας δικαστικού λειτουργού, μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης, χωρίς τούτο να συνεπάγεται οιαδήποτε μομφή, κύρωση ή πειθαρχικό έλεγχο για τον εν λόγω δικαστικό λειτουργό. Καθ’ όλο τον χρόνο διάρκειας των αδειών (αναρρωτικής, εκπαιδευτικής, κύησης, ανατροφής τέκνου, κ.λπ.) αναστέλλεται το προβλεπόμενο στα προηγούμενα εδάφια οκτάμηνο και δεν δύναται να θεωρείται ότι συμπληρώνεται κατά τη διάρκειά τους. Η τυχόν αφαίρεση/επιστροφή της δικογραφίας μεσούσης της άδειας, στο πλαίσιο της ως άνω δυνατότητας του δικαστή που διευθύνει το Δικαστήριο ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης για επανάληψη της συζήτησης δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για τον δικαστικό λειτουργό ως άνω, πλην των περιπτώσεων, στις οποίες (με εξαίρεση την περίπτωση της ήδη υπάρχουσας ασθένειας) είχε παρέλθει το 8μηνο και όλες οι άλλες προθεσμίες που ορίζονται στο στ’ εδάφιο της παραγράφου αυτής, πριν την έναρξη της άδειας. Όλα τα ανωτέρω ισχύουν και στις περιπτώσεις υποθέσεων μονομελών συνθέσεων. Για τη διαδικασία της επανάληψης της συζήτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων σχετικά με τον ορισμό δικασίμου, την κλήση προς συζήτηση και τα αποδεικτικά επίδοσης.
ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ άρθρου 109 του ΚΟΔΚΔΛ και λοιπών διατάξεων του ΚΟΔΚΔΛ
Άρθρο 109 παρ.2: Εισηγούμαστε την τροποποίηση του εδαφίου δ’ της περίπτωσης ε’ της παρ.2 του άρθρου 109 του ΚΟΔΚΔΛ, που αφορά στο πειθαρχικό παράπτωμα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκτέλεση των καθηκόντων, ώστε στο τέλος του εδαφίου αυτού να προστεθεί η φράση «εκτός εάν στον διαδράμοντα χρόνο των οκτώ (8) μηνών, ο δικαστικός λειτουργός τελούσε σε άδεια, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται το ως άνω χρονικό πλαίσιο» και να διαμορφωθεί ως εξής: Εδάφιο δ’ : «Θεωρείται αδικαιολόγητη η καθυστέρηση όταν αφαιρείται ή επιστρέφεται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται λόγω μη έκδοσης απόφασης μέσα σε οκτώ (8) μήνες από τη συζήτηση πολιτικής ή διοικητικής υπόθεσης, εκτός εάν στον διαδράμοντα χρόνο των οκτώ (8) μηνών, ο δικαστικός λειτουργός τελούσε σε άδεια, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται το ως άνω χρονικό πλαίσιο».
Άρθρο 59 παρ.9: Εισηγούμαστε την τροποποίηση του άρθρου 59 παρ.9 του ΚΟΔΚΔΛ ως προς τον ορισμό της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στο εδ.β’ περ.α), ώστε να προστεθεί τελευταίο εδάφιο στην ίδια παράγραφο ως εξής: «Σε κάθε περίπτωση για το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα και η δυσχέρεια της υπόθεσης, ο βαθμός και η πείρα του δικαστικού λειτουργού, ο φόρτος της εργασίας εν γένει και οι ατομικές και οικογενειακές του περιστάσεις.»
Άρθρο 53 παρ.2 (άδεια ανατροφής):
Εισηγούμαστε να τροποποιηθεί ως εξής : «Στον γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, ύστερα από αίτησή του, με απόφαση του δικαστή ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, η οποία κοινοποιείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, με την προϋπόθεση να μην έχει συμπληρωθεί το τέταρτο (4ο) έτος του τέκνου. Σε περίπτωση που το διάστημα που απομένει είναι μικρότερο των εννέα (9) μηνών χορηγείται άδεια για το διάστημα που υπολείπεται. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, η παραπάνω άδεια των εννέα (9) μηνών για ανατροφή τέκνου με αποδοχές προσαυξάνεται, κατά έξι (6) μήνες για κάθε τέκνο πέραν του ενός. Η ημερομηνία έναρξης της άδειας προσδιορίζεται: (ι) όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστική λειτουργό αμέσως μετά το πέρας της άδειας μητρότητας που έλαβε, το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε όμως μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας μητρότητας, (ιι) όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται μετά τους δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας μητρότητας μέχρι και την ηλικία των τεσσάρων ετών του τέκνου, το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε όμως μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή του. το πέρας της άδειας μητρότητας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός. Η αίτηση για τη χορήγηση της παραπάνω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό, για την ανατροφή του τέκνου του, υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν, δηλαδή μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας που έχει χορηγηθεί στην εργαζομένη μητέρα του παιδιού του Τα ανωτέρω ισχύουν και για το αίτημα άδειας ανατροφής που υποβάλλεται από πατέρα δικαστικό λειτουργό. Αν η σύζυγος ή το πρόσωπο, με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης ο δικαστικός λειτουργός, δεν έχει λάβει άδεια μητρότητας, η αίτηση υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία κατά την οποία έληγε η άδεια μητρότητας, την οποία, με βάση τον χρόνο τοκετού, θα ελάμβανε μητέρα δικαστική λειτουργός. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλογικά όσα προβλέπονται στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) σε ό,τι αφορά τις άδειες ανατροφής σε περίπτωση υιοθεσίας ή αναδοχής τέκνου, καθώς και σε περίπτωση ανατροφής τρίτου τέκνου».
Επιπλέον, εισηγούμαστε να προστεθεί παράγραφος «6» στο άρθρο 59 ως εξής:
«6. Στον πατέρα δικαστικό λειτουργό χορηγείται υποχρεωτικά άδεια δεκατεσσάρων (14) εργάσιμων ημερών, με αποδοχές, η οποία πρέπει να λαμβάνεται κατά τη γέννηση του τέκνου. Η άδεια αυτή δύναται να χορηγείται είτε α) δύο (2) ημέρες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού, οπότε οι υπόλοιπες δώδεκα (12) χορηγούνται, συνολικά ή τμηματικά, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία γέννησης είτε β) μετά την ημερομηνία γέννησης, συνολικά ή τμηματικά, εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία γέννησης. Για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, ο δικαστικός λειτουργός γνωστοποιεί αρμοδίως την πιθανολογούμενη ημέρα τοκετού, προκειμένου η υπηρεσία να λάβει εγκαίρως γνώση. Σε περίπτωση υιοθεσίας ή αναδοχής τέκνου, ηλικίας έως οκτώ (8) ετών, η άδεια των προηγούμενων εδαφίων χορηγείται από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια. Στις δικαστικούς λειτουργούς στις οποίες εφαρμόζονται μέθοδοι ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής χορηγείται άδεια επτά (7) εργάσιμων ημερών με πλήρεις αποδοχές, ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού και του διευθυντή μονάδας ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (Μ.Ι.Υ.Α.). Επίσης, οι δικαστικοί λειτουργοί έχουν δικαίωμα άδειας απουσίας με αποδοχές πέντε (5) εργάσιμων ημερών σε περίπτωση γάμου και τριών (3) εργάσιμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου τους ή και συγγενούς έως και β’ βαθμού. Ειδικότερα, οι γονείς δικαστές δικαιούνται αυτοτελώς συνεχόμενη άδεια είκοσι (20) ημερών με αποδοχές από την ημέρα θανάτου του τέκνου τους. Τέλος, δικαιούνται, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης, ειδική άδεια με αποδοχές διάρκειας μίας (1) ημέρας για τη συμμετοχή τους σε δίκη, προσωπικής υπόθεσης, ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου.».
ΜΕΡΟΣ Β – ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΩΘΙ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΟΔΚΔΛ
-των διατάξεων του άρθρου 50 παρ. 3 -4 (περικοπή μισθού με πράξη Γενικού Επιτρόπου, κ.λπ.).
Αιτιολογική: Η προβλεπόμενη στο άρθρο 50 παρ. 3 περικοπή μισθού του δικαστικού λειτουργού συνιστά επιβολή ποινής με αμιγώς πειθαρχικό χαρακτήρα, μολονότι περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο που αφορά στα δικαιώματα των δικαστών και ειδικότερα στο άρθρο που αφορά στην αξίωση επί του μισθού. Εισάγει κύρωση, πειθαρχική ποινή, χωρίς να έχει προηγηθεί η κατά το Σύνταγμα απόφαση του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου. Η ρύθμιση των ως άνω διατάξεων παρίσταται, επίσης, προβληματική, στο μέτρο που οι αποδοχές των δικαστών συνδέονται με την ποσότητα του έργου που παράγουν και δεν συνάδει με σχετικές συστάσεις αφενός της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. Σύσταση CM/Rec/(2010)12 με αντικείμενο «Ανεξαρτησία, αποτελεσματικότητα και ευθύνη των δικαστών», στο σημείο 55 της οποίας αναφέρεται ότι τα συστήματα που εξαρτούν τις βασικές αποδοχές των δικαστών από τις επιδόσεις τους θα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς θα μπορούσαν να πλήξουν την ανεξαρτησία τους) και αφετέρου του CCJE (βλ. τη γνώμη 17 (2014) «Για την αξιολόγηση του έργου των δικαστών, την ποιότητα της δικαιοσύνης και το σεβασμό της δικαστικής ανεξαρτησίας», που συνέταξε μετά από σχετική εντολή του Συμβουλίου Υπουργών, όπου διαλαμβάνεται ότι η ανάδειξη του αριθμού των αποφάσεων σε καθοριστικό παράγοντα της αξιολόγησης μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην απονομή της δικαιοσύνης και για το λόγο αυτό επιβάλλεται να προσδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ποιοτική της διάσταση, καθώς και ότι η χρήση των ατομικών αξιολογήσεων για τον καθορισμό του μισθού και της σύνταξης των δικαστών πρέπει να αποφεύγεται, διότι μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του δικαστή και να θέσει σε κίνδυνο τη δικαστική ανεξαρτησία και τα συμφέροντα των διαδίκων). Σύμφωνα δε με το ισχύον Σύνταγμα, η προσωπική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού διασφαλίζεται με τη θέσπιση εγγυήσεων σχετικών με την υπηρεσιακή του κατάσταση. Οι εγγυήσεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, στην πειθαρχική του ευθύνη, ρυθμίζονται κατ’ αρχήν από το Σύνταγμα και διέπονται από τη βασική αρχή ότι οι δικαστές κρίνονται για τα θέματα της υπηρεσιακής τους κατάστασης από συλλογικά όργανα που αποτελούνται από δικαστικούς λειτουργούς. Η περικοπή του μισθού με απόφαση του Γενικού Επιτρόπου, ως ποινή που επιβάλλεται εκτός του πλαισίου της πειθαρχικής διαδικασίας και κατά παρέκκλιση από τα ουσιαστικά και δικονομικά εχέγγυα, από τα οποία αυτή περιβάλλεται, δεν συμβιβάζεται με τις συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστικού λειτουργού και διασφαλίζουν την προσωπική του ανεξαρτησία. Τα ανωτέρω, έχουν γίνει δεκτά και από την Πλήρη Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ 7ης ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΥΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ 6ης ΜΑΪΟΥ 2022).
-της παρ.5 β’ εδάφιο στ’ του άρθρου 19 (σύστημα κατάταξης υποθέσεων 1 έως 5),
Αιτιολογική: -Για το διαδικαστικό της ρύθμισης. Παρόλο που ο σκοπός της διάταξης αναφέρεται στη διασφάλιση της ισομερούς κατανομής υποθέσεων, κατ’ αριθμό, σοβαρότητα και δυσχέρεια σε κάθε δικαστικό λειτουργό, η ρύθμιση είναι πολλαπλώς προβληματική (κριτήρια, άτοπο ρύθμισης αν δεν λαμβάνεται η πρόνοια αυτή σε όλα τα στάδια, ήτοι στο στάδιο κατανομής υποθέσεων από Προϊστάμενο στα τμήματα, στο στάδιο κατανομής από Πρόεδρο του εκάστοτε τμήματος κ.λπ.) και ανεφάρμοστη διαδικαστικά, όπως τούτο προκύπτει (προς αποφυγή επαναλήψεων) από τα δημοσιευμένα σχόλια δικαστικών λειτουργών και τις παρατηρήσεις όλων των Ενώσεων στη διαβούλευση επί της εν λόγω ρύθμισης. Και τούτο, διότι, μεταξύ άλλων, αφενός η χρέωση της υπόθεσης γίνεται σε χρόνο που δεν είναι εφικτό να διαγνωστεί η τελική δυσκολία της υπόθεσης, αφετέρου ακόμη και υπό την τήρηση όλων των προθεσμιών έκδοσης απόφασης, η τελική κατάταξη της υπόθεσης θα γίνεται μετά την ολοκλήρωσή της (ήτοι με τη δημοσίευσή της), δηλαδή, για τις μισές τουλάχιστον υποθέσεις, σε εκτός δικαστικού έτους χρέωσης χρόνο. Συνεπώς, η τελική κατάταξη της υπόθεσης θα λαμβάνει χώρα σε χρόνο που δεν δύναται να υπάρξει μέριμνα διόρθωσης ισοκατανομής.
-Για την ουσία της ρύθμισης: Ως δικαστές καλούμαστε να εγγυηθούμε την παροχή δικαστικής προστασίας στους πολίτες. Το έργο μας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα από μόνο του και δεν υπόκειται σε βαθμολόγηση, που συνήθως συνάδει με δημοσιοϋπαλληλικό καθεστώς. Η συλλογιστική πορεία του δικαστή για την ανεύρεση της αλήθειας και την ορθή τομή της διαφοράς, που φέρεται προς επίλυση ενώπιόν του, είναι μία εργασία επίπονη, που αναλύεται σε περισσότερες διαδοχικές φάσεις, κατά τις οποίες – όπως και κάθε εφαρμοστής του δικαίου-, προσπαθεί να διαπιστώσει αν η απόκλιση της πραγματικής κατάστασης ή της συμπεριφοράς ιδιώτη, διοικητικού οργάνου κ.λπ., από τη δικαιϊκή ρύθμιση εστιάζεται σε κάποιον κανόνα δικαίου ή όχι, έχοντας ήδη εντοπίσει τόσο τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και την έκτασή τους, όσο και τους εφαρμοστέους για την περίπτωση κανόνες δικαίου, ερμηνεύοντας αυτούς. Επίσης, καμία υπόθεση δεν εκδίδεται χωρίς την ανωτέρω διαδικασία, ακόμη και οι αποφάσεις επί αιτήσεων αναστολής (οι μισές εκ των οποίων δεν μετρούν πλέον στη χρέωσή μας), κατά τις οποίες κρίνουμε εάν κάποιος πολίτης πρέπει να στερηθεί ή όχι τα περιουσιακά του στοιχεία άμεσα, μετά από στάθμιση της βλάβης αυτού και του δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, μία τέτοια ρύθμιση δεν συνάδει με το δικαστικό έργο, προσθέτει ένα περιττό γραφειοκρατικό πρόσκομμα, με ιδιαίτερη διακινδύνευση και των συνθηκών εργασίας μας λόγω των ανωτέρω επιπτώσεων. Η δε ρύθμιση φέρει σε δυσχερέστατη θέση τους Προέδρους έναντι των δικαστών των Τμημάτων τους, δεδομένου ότι προφανώς η βαθμολόγηση των υποθέσεων που χρεώνεται κάθε δικαστής ανά δικαστικό έτος θα αποτελέσει κριτήριο επιθεώρησης.
-της υποχρεωτικής παρακολούθησης σεμιναρίων ως κριτήριο προαγωγής [σε άρθρα 77 παρ. 4 του σε συνδυασμό με την παρ. 6 του άρθρου 100].
Αιτιολογική: Η επιστημονική κατάρτιση των δικαστών, η οποία ορθώς αποτελεί αυτοτελές κριτήριο αξιολόγησης, πρέπει να ελέγχεται μέσω της ποιότητας των αποφάσεών τους.
-της υποχρέωσης σύνταξης γραπτών εκθέσεων για τα κριτήρια της επιθεώρησης από τους προέδρους των τμημάτων που υπηρετούν οι επιθεωρούμενοι δικαστές (άρθρο 100 παρ.6),
-του κριτηρίου προαγωγής του άρθρου 100 παρ.8 [αναίρεση ή εξαφάνιση αποφάσεων], κριτηρίου ανορθολογικού και απρόσφορου, διότι θίγει την εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών. Εξάλλου, το αναιρετικό δικαστήριο ενδέχεται να δικαιώσει την κρίση του πρωτοδικείου και όχι του εφετείου.
Τέλος, ζητούμε την τροποποίηση του άρθρου 19 παρ. 7 του ΚΟΔΚΔΛ, ώστε οι ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων να μην έχουν δικαίωμα συμπλήρωσης, τροποποίησης ή ακύρωσης των κανονισμών εσωτερικής υπηρεσίας, παρά μόνο να ασκούν έλεγχο νομιμότητας με δυνατότητα αναπομπής των σχετικών αποφάσεων στα εκδόντα όργανα προκειμένου να τις επανεξετάσουν (βλ. μειοψ. Ποταμιά στην 10/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας).
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΝΕΣΣΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΝΤΕΓΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ
ΕΦΕΤΗΣ Δ.Δ. ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ Δ.Δ.