ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος
Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24
Τηλ 210-6996688 και 210-6980777
FAX: 210-6998848
e-mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Αθήνα, 2.6.2026

                                                                                               

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΥΛΟ

Εισαγωγικό Σημείωμα

Με το παρόν νομοσχέδιο εισάγεται στην ελληνική έννομη τάξη το Νέο Σύμφωνο για το Άσυλο και τη Μετανάστευση καθώς και ο Κανονισμός Επιστροφών στα Σύνορα, σε ένα ενιαίο νομοθέτημα. Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών τοποθετείται επί του παρόντος νομοσχεδίου έχοντας κατά νου ότι το προσφυγικό δίκαιο, άλλως το δίκαιο διεθνούς προστασίας, δεν έρχεται να επιλύσει μια διαφορά ανάμεσα σε δύο ισοδύναμα μέρη, αλλά να απονείμει προστασία σε πρόσωπα που αποτελούν κατά τεκμήριο το ευάλωτο μέρος μιας ιστορικής συγκυρίας. Οι χιλιάδες ξεριζωμένοι από τις εστίες τους πρόσφυγες και μετανάστες είναι τα πλέον άμεσα θύματα των παγκόσμιων ανταγωνισμών για το μοίρασμα των ενεργειακών πηγών και του πλούτου του πλανήτη, που στις μέρες μας διεξάγονται με τη μεγαλύτερη σφοδρότητα από το τέλος του Β΄ Π.Π., παίρνοντας τη μορφή γενικευμένων πολεμικών συγκρούσεων που εκτείνονται μέχρι τη γειτονιά μας. Η στρατηγική της ΕΕ στους βασικούς τομείς της πολιτικής της -μεταξύ των οποίων μεταναστευτική πολιτική και πολιτική ασφάλειας- διαμορφώνεται μέσα στο ανωτέρω πλαίσιο και εκφράζεται και στη νομοθετική παραγωγή των κοινοτικών οργάνων. Το νέο Σύμφωνο για το Άσυλο και τη Μετανάστευση και το υπό κρίση εθνικό νομοσχέδιο μετακυλίουν έτι περαιτέρω στα θύματα των ανωτέρω ανταγωνισμών τις συνέπειες αυτών των συγκρούσεων. Το παρόν νομοσχέδιο αυξάνει τις προϋποθέσεις παραδεκτού για την ουσιαστική εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, βρίθει «αντικειμενικών προϋποθέσεων» από τις οποίες απαλείφεται ακόμη και η πρόβλεψη των ίδιων των Κανονισμών για εξατομικευμένη κρίση, θεσπίζει ταχείες προθεσμίες και προϋποθέσεις με τις οποίες επιρρίπτεται ένα υπέρμετρα δυσανάλογο βάρος στον αιτούντα διεθνή προστασία για την ουσιαστική εξέταση του αιτήματός του, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το πεδίο για την παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης σε πλείστες περιπτώσεις, ενώ συναφώς εντατικοποιεί το έργο των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Ασύλου και των Επιτροπών Προσφυγών υποσκάπτοντας την ποιότητά του. Κατά την άποψή μας, το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα έπρεπε να κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή στην ενίσχυση των διαδικαστικών και ουσιαστικών εγγυήσεων της πρόσβασης στο άσυλο. Τόσο η ενωσιακή όσο και η εθνική νομοθεσία για το άσυλο δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκομμένα από το ευρύτερο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου προστασίας των προσφύγων, όπως αυτό πρωτίστως διαμορφώθηκε με τη Σύμβαση της Γενεύης και το Πρωτόκολλο του 1967, έχοντας κατά νου ότι με αυτά οφείλουν να παραμένουν συμβατές, όπως άλλωστε υπενθυμίζεται και στο άρθρο 78 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, η διαμόρφωση του πλαισίου του ασύλου δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπόψη την έκταση της παραβίασης του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ένοπλων συρράξεων στις μέρες μας. Κλείνοντας, έχουμε την άποψη ότι τα θύματα των πολεμικών συγκρούσεων και της οικονομικής εξαθλίωσης δεν προσφέρονται προς εργαλειοποίηση, αλλά, αντιθέτως, όσο οξύνονται οι αιτίες που αυξάνουν τις ροές αυτών των ανθρώπων τόσο θα έπρεπε αντίστοιχα να ενισχύεται και το δίχτυ προστασίας τους εντός του πλαισίου του δικαίου διεθνούς προστασίας.

Επί του νομοσχεδίου:

ΜΕΡΟΣ Α΄: ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΔΙΑΛΟΓΗΣ, ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΧΗΣ, ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Παρατηρήσεις επί των προτεινόμενων διατάξεων για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 για τη θέσπιση του ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 ΚΑΙ (ΕΕ) 2019/817 (άρθρα 2-14)

Άρθρο 5 παρ. 1α:  «Παραμονή και περιορισμός ελευθερίας κατά τον έλεγχο διαλογής. 1. Τα πρόσωπα που υπάγονται σε έλεγχο διαλογής παραμένουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ολοκλήρωση του ελέγχου.
Ειδικότερα: α) εφόσον τα πρόσωπα έχουν εκφράσει πρόθεση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας, επιβάλλεται περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας ή κράτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24, για τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου διαλογής»  σε συνδυασμό με

Άρθρο 23: «Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας
(Άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Με απόφαση του Διοικητή της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης κρίνεται εάν ο αιτών θα διαμένει σε συγκεκριμένη Περιφερειακή Υπηρεσία της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, τελώντας σε καθεστώς περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την παρ. 2, για λόγους δημόσιας τάξης ή για να αποτρέπεται αποτελεσματικά η διαφυγή, εφόσον υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του. Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας του πρώτου εδαφίου επιβάλλεται ιδίως: α) σε αιτούντες διεθνή προστασία που υπόκεινται σε έλεγχο διαλογής σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1356 και καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού…2. Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας συνίσταται ιδίως στην εμφάνιση ενώπιον του προσωπικού της δομής στην οποία διαμένουν σε προκαθορισμένο χρόνο, στην τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου εισόδου και εξόδου, στη χρήση συστήματος ελέγχου πρόσβασης μέσω καρτών ή στην απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής, και προβλέπεται ρητά στην απόφαση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας. Οι εν λόγω απαιτήσεις επιβάλλονται από την αρμόδια αρχή Υποδοχής ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή της απόφασης της παρ. 1 ή η αποτελεσματική πρόληψη της διαφυγής αιτούντων, χωρίς να θίγονται δυσανάλογα τα δικαιώματα που τους απονέμονται στο παρόν Μέρος. Ο ανωτέρω περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας επιβάλλεται για χρονικό διάστημα που καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 4 και, κατά περίπτωση, ισχύει έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου διαλογής, της συνοριακής διαδικασίας ασύλου ή της εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις προθεσμίες που προβλέπονται στο Μέρος Δ’ του Πρώτου Βιβλίου του παρόντος.

Σχολιασμός: Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α’, όπως εξειδικεύεται στο άρθρο 23 παρ. 2 ισοδυναμεί με κράτηση στο βαθμό που περιλαμβάνει την απαγόρευση εξόδου από ΚΥΤ ή ΚΕΔ ή ΚΜΚΣΜ, καθώς συνεπάγεται περιορισμό σε ειδικό χώρο με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του ατόμου (βλ. ορισμό της κράτησης στο άρθρο 17 περ. ιβ’ του παρόντος νομοσχεδίου).

Δεδομένου ότι η απαγόρευση εξόδου συνιστά κράτηση, το άρθρο 23 παρ. 2, προβλέποντας περιορισμό της ελευθερίας κυκλοφορίας με “απαγόρευση εξόδου ιδίως προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες ελέγχου διαλογής”, θεσπίζει μία de facto κράτηση, σε αντίθεση με τον Κανονισμό 2024/1356 που αναφέρει ότι “Η κράτηση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον ως έσχατη λύση σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας” (σκέψη 11). Η de facto αυτή κράτηση ενδέχεται να συνιστά αυθαίρετη κράτηση, ήτοι χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι επιβολής της, χωρίς να έχουν εξεταστεί εναλλακτικά μέτρα της κράτησης και χωρίς να εφαρμόζονται οι αντίστοιχες εγγυήσεις των άρθρων 24-27 Οδηγίας.

Πρέπει συνεπώς να διαγραφεί η απαγόρευση εξόδου ως μέσο περιορισμού της ελευθερίας κυκλοφορίας στο άρθρο 23 παρ. 2 και να προβλεφθεί ρητά πως η κράτηση κατά το στάδιο του ελέγχου διαλογής ατόμων που έχουν δηλώσει την επιθυμία να αιτηθούν διεθνή προστασία θα λαμβάνει χώρα μόνον κατ’ εξαίρεση, υπό αυστηρά οριοθετημένες περιστάσεις, μετά από αξιολόγηση των ατομικών συνθηκών και την τήρηση αυστηρών εγγυήσεων, όταν άλλα, εναλλακτικά μέσα δεν δύνανται να εφαρμοσθούν.

Σε συνδυασμό με το προτεινόμενο:

Άρθρο 42: «Προσφυγές (Άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
1. Κατά των αποφάσεων που αφορούν στην αποκατάσταση, την ανάκληση ή τον περιορισμό των παροχών δυνάμει του παρόντος Μέρους, των αποφάσεων μη χορήγησης της άδειας που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 22 ή των αποφάσεων του άρθρου 23, ο αιτών διεθνή προστασία, παράλληλα με τα δικαιώματα που έχει σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), μπορεί να υποβάλλει, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της απόφασης που απορρίπτει την αίτησή του ή από τη σιωπηρή απόρριψη, αντιρρήσεις ενώπιον του Προέδρου ή του υπ’ αυτού οριζόμενου Πρωτοδίκη του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η περιφερειακή υπηρεσία της Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει προσωρινά. 2. Οι αντιρρήσεις πρέπει να διαλαμβάνουν συγκεκριμένους λόγους, μπορούν δε να προβληθούν και προφορικώς, οπότε συντάσσεται συναφώς, από τον γραμματέα, σχετική έκθεση. Ως προς την εκδίκαση αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως η περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 27 και της παρ. 1 του άρθρου 204 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97). Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται κατά τη διαδικασία αυτή, πρέπει να αποδεικνύονται παραχρήμα. Ο αρμόδιος δικαστής κατά την παρ. 1 εκδίδει αμέσως την απόφασή του για τις αντιρρήσεις, την οποία διατυπώνει συνοπτικώς στο τηρούμενο πρακτικό. Αντίγραφο του πρακτικού αυτού επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος στον Διοικητή της οικείας περιφερειακής υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει προσωρινά ο αιτών».

Σχολιασμός: Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η απόφαση του άρθρου 23 συνιστά de facto κράτηση,  η προτεινόμενη πενθήμερη προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων αντίκειται στο δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και ουσιαστικής δικαστικής προστασίας. Οι αντιρρήσεις κατά της απόφασης κράτησης πρέπει να μπορούν να ασκηθούν οποτεδήποτε για όσο διαρκεί η κράτηση, για το λόγο δε αυτό, στην περίπτωση που δεν απαλειφθεί η πρόβλεψη του προτεινόμενου άρθρου 23 περί «απαγόρευσης εξόδου», η απόφαση που επιβάλει το μέτρο αυτό πρέπει να υπόκειται στις αντιρρήσεις του προτεινόμενου άρθρου 25 του νομοσχεδίου, το οποίο παραπέμπει στη διαδικασία του άρθρου 76 του ν. 3386/2005. Σε κάθε περίπτωση, η προτεινόμενη με το άρθρο 42 πενθήμερη προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων όσον αφορά τις λοιπές προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις συνιστά μια ιδιαιτέρως μικρή προθεσμία, η διάρκεια της οποίας ουσιαστικά καταστρατηγεί τη δυνατότητα αμφισβήτησης εκ μέρους του αιτούντος της αναφερόμενης στην εν λόγω διάταξη απόφασης. Προτείνεται η επέκταση της προτεινόμενης προθεσμίας σε προθεσμία τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών, άλλως είκοσι ημερολογιακών ημερών, από την πλήρη, έγγραφη και σε γλώσσα κατανοητή στον αιτούντα κοινοποίηση της απόφασης, με ειδική μνεία του αρμόδιου δικαστηρίου, της δυνατότητας δωρεάν νομικής συνδρομής και των συνεπειών μη άσκησης του ενδίκου βοηθήματος

Άρθρο 8: «Καταχώριση προσωπικών στοιχείων και λήψη βιομετρικών δεδομένων. 1. Η ΕΛ.ΑΣ., με τη συνδρομή αξιωματικών του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (FRONTEX) και προσωπικού της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, όπου απαιτείται, προβαίνει σε επαλήθευση ή εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας και ιθαγένειας και στη λήψη και καταχώριση των βιομετρικών δεδομένων των υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1358 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή βιομετρικών δεδομένων προκειμένου να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι κανονισμοί (ΕΕ) 2024/1351 και (ΕΕ) 2024/1350 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου και να ταυτοποιούνται οι παρανόμως διαμένοντες υπήκοοι τρίτων χωρών και οι ανιθαγενείς και σχετικά με αιτήσεις αντιπαραβολής με τα δεδομένα Eurodac που υποβάλλουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και η Ευρωπόλ για σκοπούς επιβολής του νόμου, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/818 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L της 22.5.2024). Η λήψη βιομετρικών δεδομένων με σκοπό τόσο την εξακρίβωση ή την επαλήθευση της ταυτότητας όσο και την καταχώριση, πραγματοποιείται άπαξ στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής».


Σχολιασμός: Πρέπει να αρθεί η πρόβλεψη επαλήθευσης ή εξακρίβωσης στοιχείων ιθαγένειας στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής, όπως αυτή εμπεριέχεται στο άρθρο 8 παρ. 1, εδ. α’ και παρ. 2 εδ. α’, β’ και γ’, και το άρθρο 10 παρ. 2 εδ. β’ καθώς δεν είναι σύμφωνη με τον Κανονισμό 2024/1356. Ο εν λόγω Κανονισμός προβλέπει μόνο την επαλήθευση ή εξακρίβωση στοιχείων ταυτότητας. Όσον αφορά στην ιθαγένεια των ατόμων που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής προβλέπεται μόνο, στο άρθρο 9 παρ. 2 περ. α’ του Κανονισμού, η υποχρέωση των προσώπων αυτών να την υποδείξουν και όχι των αρχών να προβούν στην οιαδήποτε επαλήθευση ή εξακρίβωση. Τούτο προκύπτει και από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 17 παρ. 1 όπου αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το έντυπο που συμπληρώνεται κατά τον έλεγχο διαλογής. Συγκεκριμένα, στο εν λόγω άρθρο του Κανονισμού αναφέρεται ότι το έντυπο πρέπει να περιλαμβάνει ονοματεπώνυμο, ημερομηνία, τόπο γέννησης και φύλο, και όσον αφορά στην ιθαγένεια, μόνο ένδειξη ιθαγενειών ή ανιθαγένειας. Εάν η βούληση του ενωσιακού νομοθέτη ήταν να χωρεί επαλήθευση ή εξακρίβωση ιθαγένειας στο στάδιο του ελέγχου διαλογής δεν θα έκανε χρήση της λέξης “ένδειξη”. Αντίθετη ρύθμιση, όπως αυτή που προβλέπεται στο παρόν νομοσχέδιο, δεν συμβαδίζει με τις μεγάλες χρονικές ανάγκες της διαδικασίας εξακρίβωσης ευαλωτότητας, δεδομένης της σύντομης διάρκειας της διαδικασίας ελέγχου διαλογής. Ακόμα, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένης της ρύθμισης του άρθρου 109 παρ. 2 και το άρθρο 111 παρ. 2 του παρόντος νομοσχεδίου που προβλέπει πως στα μεταγενέστερα στάδια της καταχώρισης και κατάθεσης της αίτησης ασύλου, αντλούνται τα στοιχεία από τον έλεγχο διαλογής και δεν δύνανται να τροποποιηθούν παρά μόνο με προσκόμιση πρωτότυπων εγγράφων. Τούτο διότι σφάλματα που είναι ευλόγως αναμενόμενο να παρεισφρήσουν σε μια σύντομη διοικητική διαδικασία μπορούν να διορθωθούν μόνο με πρωτότυπα έγγραφα τα οποία πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων και οι ανιθαγενείς, δεν δύνανται να προσκομίσουν δεδομένης της αδυναμίας τους να μεταβούν στη χώρα καταγωγής ή προηγούμενης συνήθους διαμονής ή/και δεν είναι δυνατή η έκδοσή τους. Ο ρόλος της ιθαγένειας είναι κομβικός στη διεθνή προστασία, καθώς μπορεί να καθορίσει αν κάποιος θα ενταχθεί σε ταχεία διαδικασία, συνοριακή διαδικασία, διαδικασία επιστροφής, αν θα θεωρηθεί από χώρα με χαμηλό ποσοστό αναγνώρισης, αν θα εφαρμοστεί έννοια ασφαλούς χώρας κ.λπ. Επιπλέον, όσον αφορά τη λήψη βιομετρικών δεδομένων κατ’ αρχήν εκφράζουμε τη διαφωνία μας με τη λήψη τους από ανήλικους. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξειδικευτούν οι ειδικές εγγυήσεις που αφορούν τους ανήλικους από την ηλικία των 6 ετών (εκπαιδευμένοι υπάλληλοι, παιδοκεντρικός τρόπος λήψης, σεβασμός του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, και συνοδεία ασυνόδευτου ανηλίκου από εκπρόσωπο ή κατάλληλα εκπαιδευμένο πρόσωπο). Τέλος, η πρόβλεψη περί λήψης των βιομετρικών δεδομένων άπαξ στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής πρέπει να αποκλειστεί ότι έχει την έννοια ότι η αρχική αυτή λήψη παρέχει μια γενική εξουσιοδότηση προς τη Διοίκηση για επαναχρησιμοποίηση των βιομετρικών δεδομένων για κάθε μελλοντικό σκοπό, εκτός δηλαδή του πλαισίου διεθνούς προστασίας.

Άρθρο 11:  «Παραπομπή σε διαδικασία υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. 1… 3. Εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με στοιχεία του αιτούντος που δεν έχουν επαληθευθεί από τις αρχές ελέγχου διαλογής, και μέχρι την οριστική εκτίμησή τους με τη διαδικασία εκτίμησης της ηλικίας του αιτούντος του άρθρου 107 και τη διαδικασία αλλαγής στοιχείων ταυτότητας του αιτούντος του άρθρου 111, το πρόσωπο παραπέμπεται στη συνοριακή διαδικασία ασύλου, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 43 έως 45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Εάν κριθεί από την αποφαινόμενη αρχή της περ. α) του άρθρου 95 ότι ο υπήκοος της τρίτης χώρας πρέπει να εξαιρεθεί από τη συνοριακή διαδικασία, τότε γίνεται η σχετική παραπομπή στην κατάλληλη διαδικασία. Παραπομπή στη συνοριακή διαδικασία δεν επιτρέπεται, εφόσον η έναρξη της κανονικής ή της ταχείας διαδικασίας εξέτασης αιτήσεως διεθνούς προστασίας συνεπάγεται την είσοδο στην επικράτεια, η οποία δεν μπορεί να ανακληθεί εκ των υστέρων» .

Σχολιασμός: Το εδαφ. α΄ της παρ. 3 πρέπει να διαγραφεί, καθώς ανατρέπει το τεκμήριο ανηλικότητας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπίστωσης ηλικίας της/του αιτούσας/ούντος άσυλο, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων και από το άρθρο 40 παρ. 6, με ανεπίτρεπτη πρόβλεψη της παραπομπής ατόμου που δηλώνεται ως ανήλικο στη συνοριακή διαδικασία ασύλου. Αντιβαίνει, επίσης, στο άρθρο 13 παρ. 1 του Κανονισμού διαλογής και στην υποχρέωση τήρησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου διαλογής.

ΜΕΡΟΣ Β΄: ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2024/1346 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ (άρθρα 15-47)

Άρθρο 17 εδαφ α΄ περιπτ. ιαα΄: «Ορισμοί (Άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346)
Για την εφαρμογή του παρόντος Μέρους, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α)…ια) «κίνδυνος διαφυγής»: η ύπαρξη ειδικών, εξατομικευμένων λόγων και περιστάσεων που βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, στη βάση των οποίων εικάζεται ότι ο αιτών θα μπορούσε να διαφύγει και ιδίως: ιαα)…ιαη) η μη ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής…».

Σχολιασμός: «ο κίνδυνος διαφυγής» χρησιμοποιείται στο παρόν ΜΕΡΟΣ Β΄του σχεδίου νόμου ως δικαιολογητικός λόγος για την εφαρμογή μέτρων περιοριστικών της ελεύθερης κυκλοφορίας (άρθρο 23) ή για την κράτηση (άρθρο 24). Η «μη ύπαρξη δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής» δεν προβλέπεται ούτε στην Οδηγία 2024/1346 ούτε στον Κανονισμό Διαλογής 2024/1356 ως στοιχείο για την τεκμηρίωση του κινδύνου διαφυγής. Αντιθέτως, η Οδηγία 2024/1346 καταλείπει στον εθνικό νομοθέτη την εξειδίκευση των κριτηρίων του «κινδύνου διαφυγής». Λαμβανομένου δε υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου τίθεται από το παρόν νομοσχέδιο η προϋπόθεση της δηλωμένης κατοικίας ή γνωστής διαμονής, ήτοι του πλαισίου υποδοχής νεοαφιχθέντων πολιτών τρίτων χωρών, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν διαθέτει δηλωμένη κατοικία ή γνωστή διαμονή, το εν λόγω κριτήριο είναι απρόσφορο για την εκτίμηση του κινδύνου διαφυγής, θεσπίζει έναν υπέρμετρα δυσανάλογο περιορισμό και ένα γενικό τεκμήριο υπέρ του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία, ενώ είναι ασύμβατο με την απαίτηση της Οδηγίας για εξατομικευμένη κρίση της επικινδυνότητάς τους. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να απαλειφθεί από το νομοσχέδιο.

Άρθρο 17  εδαφ. ιστ΄: «τελεσίδικη απόφαση»:
ιστα) η απόφαση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών που ορίζει εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, η οποία εκδίδεται επί της προσφυγής που ασκείται κατά των αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου ή
ιστβ) η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κατά της οποίας δεν μπορεί να ασκηθεί η ως άνω προσφυγή λόγω παρόδου απράκτων των προθεσμιών άσκησής της».

Σχολιασμός: Η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας με «τελεσίδικη απόφαση» συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του αιτούντος διεθνή προστασία, τη διακοπή των υλικών συνθηκών υποδοχής, την υποχρέωση εξόδου από τη δομή και την ενεργοποίηση των διαδικασιών επιστροφής. Κατά την άποψή μας είναι εσφαλμένη και αντιβαίνει στο δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας η ταύτιση της «τελεσίδικης απόφασης» με την απόφαση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών. Ενόψει του ότι η απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών δύναται να καταστεί εκκρεμής ενώπιον Διοικητικού Δικαστηρίου με την άσκηση αίτησης ακύρωσης έχουμε την άποψη ότι η «τελεσιδικία» επέρχεται μόνο όταν έχει εξαντληθεί ή έχει παρέλθει άπρακτη η δυνατότητα άσκησης του προβλεπόμενου ενδίκου βοηθήματος ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Εξάλλου, η σύνθεση των Επιτροπών Προσφυγών αμιγώς από διοικητικούς δικαστές και ο χαρακτηρισμός τους ως οιονεί δικαιοδοτικού οργάνου δεν αναιρούν το γεγονός ότι οι εκδιδόμενες από αυτές αποφάσεις συνιστούν διοικητικές πράξεις, οι οποίες προσβάλλονται ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Η έννοια της τελεσιδικίας, υπό τη δικονομική της έννοια, προσιδιάζει σε δικαστικές αποφάσεις και όχι σε διοικητικές πράξεις εκδιδόμενες στο πλαίσιο ενδικοφανούς διοικητικής διαδικασίας. Τυχόν ειδική χρήση του όρου από τον νομοθέτη δεν μπορεί, ιδίως όταν συνδέεται με δυσμενείς συνέπειες τέτοιας έντασης, να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να αποστερεί πρακτικά τον αιτούντα από την αποτελεσματική άσκηση του προβλεπόμενου δικαστικού ενδίκου βοηθήματος. Περαιτέρω, ενόψει των συνεπειών που συνεπάγεται το στάδιο της τελεσιδικίας στο εξεταζόμενο πλαίσιο, ο χαρακτηρισμός της απόφασης Επιτροπής Προσφυγών ως τελεσίδικης οδηγεί στο εξής άτοπο: στην άρση των μέτρων προστασίας του αιτούντος (διαμονή σε δομή, παροχή υλικών συνθηκών διαμονής) και την εκκίνηση των διαδικασιών επιστροφής του ενόσω τρέχει η προθεσμία δικαστικής προσβολής της απόφασης αυτής, υφίσταται δηλαδή η δυνατότητα ανατροπής της κρίσης της Επιτροπής Προσφυγών, εγκυμονώντας τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης του αιτούντος. Αντίθετη, επομένως, ερμηνευτική εκδοχή ως προς την έννοια της τελεσιδικίας από την προτεινόμενη από την Ένωση Διοικητικών Δικαστών συνεπάγεται παραβίαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των αιτούντων.

Άρθρο 22: «Κατανομή αιτούντων σε μια γεωγραφική περιοχή. (Άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346) 1. Με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 47, είναι δυνατή η κατανομή των αιτούντων άσυλο σε γεωγραφική περιοχή εντός της ελληνικής επικράτειας στην οποία μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348, με αποκλειστικό σκοπό:
α) τη διασφάλιση της ταχείας, αποδοτικής και αποτελεσματικής επεξεργασίας των αιτήσεών τους σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348 ή
β) την εξασφάλιση της επαρκούς και κατάλληλης υποδοχής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες των σχετικών γεωγραφικών περιοχών.
Οι αρμόδιες αρχές υποδοχής ενημερώνουν, σύμφωνα με το άρθρο 19, τους αιτούντες για την κατανομή τους σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των γεωγραφικών ορίων της εν λόγω περιοχής. Η ορισθείσα γεωγραφική περιοχή αναγράφεται στο δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία.
2. Εντός της γεωγραφικής περιοχής στην οποία κατανέμονται, οι αιτούντες έχουν ουσιαστική πρόσβαση στα δικαιώματα των άρθρων 28 έως 33 και τις διαδικαστικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348. Η γεωγραφική περιοχή, που ορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1, είναι επαρκώς ευρεία, επιτρέπει την πρόσβαση στις αναγκαίες δημόσιες υποδομές και δεν επηρεάζει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής των αιτούντων…5. Εάν διαπιστωθεί, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, κατόπιν είτε προσφυγής είτε επανεξέτασης αιτήματος του αιτούντος που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 42, ότι δεν του έχει χορηγηθεί, εντός της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, ουσιαστική πρόσβαση στα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 33 ή στις διαδικαστικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας, η αρμόδια αρχή υποδοχής μεριμνά για τη μεταφορά του σε άλλη γεωγραφική περιοχή, στην οποία διασφαλίζονται τα ανωτέρω».

Σχολιασμός: Προτείνουμε α. Να τροποποιηθεί το άρθρο 22 παρ. 2 του Σχεδίου Νόμου, ώστε να περιλαμβάνει όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται στο Μέρος Β΄ του Σχεδίου Νόμου — και όχι μόνο τα άρθρα 28 έως 33 — σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 και 6 της Οδηγίας για τις Συνθήκες Υποδοχής και β. Να διαγραφεί από το άρθρο 22 παρ. 3 του Σχεδίου Νόμου η φράση «για τη συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης». Επιπλέον, προτείνουμε την αναδιατύπωση της παρ. 5 ως εξής: «Εάν διαπιστωθεί, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, κατόπιν είτε προσφυγής είτε επανεξέτασης αιτήματος αίτησης αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 ή αντιρρήσεων του αιτούντος που υποβλήθηκαν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 42, ότι δεν του έχει χορηγηθεί, εντός της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, ουσιαστική πρόσβαση στα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 33 ή στις διαδικαστικές εγγυήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας παροχής διεθνούς προστασίας, η αρμόδια αρχή υποδοχής μεριμνά για τη μεταφορά του σε άλλη γεωγραφική περιοχή, στην οποία διασφαλίζονται τα ανωτέρω.»

Άρθρο 23: «Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας
(Άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346). 1…3. Κατόπιν αιτιολογημένου έγγραφου αιτήματος του αιτούντος, για εξαιρετικούς λόγους, ο Διοικητής της οικείας Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης δύναται να χορηγεί άδεια προσωρινής διαμονής εκτός του συγκεκριμένου τόπου που ορίζεται στην απόφαση περιορισμού ελεύθερης κυκλοφορίας. 4. Η απόφαση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας λαμβάνει υπόψη την ατομική κατάσταση του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αναγκών υποδοχής του και αναφέρει τους πραγματικούς και, κατά περίπτωση, τους νομικούς λόγους στους οποίους βασίζεται… 6. Οι αποφάσεις του παρόντος υπόκεινται σε προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 42».

Σχολιασμός: Αναφερόμαστε στον πρωθύστερο σχολιασμό μας όσον αφορά την παρ. 1 του άρθρου 23. Επιπλέον, προτείνουμε τη διαγραφή από την παρ. 3 της φράσης «για εξαιρετικούς λόγους», καθώς περιορίζεται ανεπίτρεπτα το δικαίωμα αίτησης και λήψης άδειας προσωρινής διαμονής εκτός του ορισμένου τόπου, χωρίς τούτο να συνάδει ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα του άρθρου 9 παρ. 3 της Οδηγίας υποδοχής. Περαιτέρω, προτείνουμε τη συμπλήρωση των παρ. 1 και 4 με την πρόβλεψη ελέγχου αναγκαιότητας και αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 και 4 της Οδηγίας για τις Συνθήκες Υποδοχής. Λαμβανομένων δε υπόψη των σημαντικών κενών στην παροχή νομικής συνδρομής, προτείνουμε να συμπεριληφθεί στην παρ. 6 η πρόβλεψη της αυτεπάγγελτης επανεξέτασης της απόφασης περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας, ενώ για λόγους σαφήνειας και για την αποφυγή σύγχυσης με την ενδικοφανή προσφυγή του άρθρου 67 του Κανονισμού διαδικασιών, ο όρος «προσφυγή» συνιστάται να αντικατασταθεί από τον όρο «αντιρρήσεις».

Άρθρο 24-27 (Κράτηση των αιτούντων, Εγγυήσεις για κρατούμενους αιτούντες, Συνθήκες κράτησης, ειδικές ανάγκες υποδοχής)

Σχολιασμός: Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 33 και το άρθρο 24 της Οδηγίας για τις Συνθήκες Υποδοχής η κράτηση των αιτούντων άσυλο μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο ως μέτρο έσχατης ανάγκης και μόνο αφού έχουν εξεταστεί δεόντως όλα τα μη στερητικά της ελευθερίας εναλλακτικά μέτρα αντί της κράτησης. Επιπλέον, το μέτρο της κράτησης δύναται να εφαρμόζεται μόνο για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα και μόνο για όσο εξακολουθούν να συντρέχουν οι περιοριστικά απαριθμούμενοι λόγοι του άρθρου 10 της Οδηγίας για τις Συνθήκες Υποδοχής. Η κράτηση πρέπει να είναι αναγκαία, αναλογική και να βασίζεται σε ατομική αξιολόγηση, με επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών αναγκών υποδοχής των αιτούντων. Στο πλαίσιο αυτό, είμαστε αντίθετοι με το προτεινόμενο άρθρο 25 παρ. 3 του νομοσχεδίου, το οποίο αυξάνει την αρχική περίοδο κράτησης των αιτούντων διεθνή προστασία από 50 ημέρες, που προβλέπεται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, σε 90 ημέρες, με επιπλέον δικαίωμα παράτασης έως 18 μήνες, που αποτελεί το ανώτατο χρονικό όριο κράτησης και στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Τόσο η αρχική περίοδος κράτησης των 90 ημερών όσο και η συνολική περίοδος των 18 μηνών δεν πληρούν την απαίτηση της ελάχιστης διάρκειας της κράτησης, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας, της αναγκαιότητας και της εύλογης διάρκειας, οι οποίες πρέπει να διέπουν τα μέτρα στέρησης της ελευθερίας. Συναφώς, διαφωνούμε με τη διατύπωση της παρ. 3 του προτεινόμενου άρθρου 25 ότι: «Χρονικά διαστήματα κράτησης που έχουν επιβληθεί βάσει του ν. 3386/2005 (Α’ 212) και του ν. 5226/2025, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως χρόνος κράτησης κατά την έννοια του παρόντος άρθρου και δεν συνυπολογίζονται κατά τον υπολογισμό των ανωτάτων ορίων κράτησης». Η πρόβλεψη αυτή επιτρέπει την υπαγωγή του ίδιου προσώπου σε διαδοχικά καθεστώτα κράτησης, η διάρκεια των οποίων δύναται να υπερβαίνει ακόμη και το προτεινόμενο ως ανώτατο όριο κράτησης των 18 μηνών, οδηγώντας σε ένα παρατεταμένο καθεστώς στέρησης της ελευθερίας του αιτούντος, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, εκφράζουμε τη διαφωνία μας με την απάλειψη από την παρ. 4 του προτεινόμενου άρθρου 25 του αυτεπάγγελτου ελέγχου της κράτησης αιτουσών/ούντων άσυλο από τα διοικητικά πρωτοδικεία. Η εγγύηση του αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της κράτησης πρέπει να επαναφερθεί. Ως προς τη νομική συνδρομή, αξίζει να σημειωθεί ότι οι αιτούντες ενδέχεται να μην μπορούν στην πράξη να επωφεληθούν από τις διατάξεις του ν. 3226/2004 σχετικά με τα άτομα χαμηλού εισοδήματος, καθώς συχνά αδυνατούν να πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, όπως η υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και δήλωσης κατοικίας. Όσον αφορά δε την κράτηση ευάλωτων ατόμων, συμπεριλαμβανομένων προσώπων με προβλήματα υγείας, προβλήματα ψυχικής υγείας ή αναπηρίες κατ’ αρχήν, αυτή πρέπει, μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρές προϋποθέσεις να επιτρέπεται. Ιδίως, όσον αφορά τους ανήλικους, η κράτησή τους δεν υπηρετεί ποτέ το βέλτιστο συμφέρον τους, ως επιτάσσεται από το άρθρο 3 ΔΣΠΔ και το άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ και για αυτό πρέπει ρητά να απαγορεύεται. Συνιστά, δε, ανεπίτρεπτη οπισθοδρόμηση του δικαίου και της πρακτικής της χώρας η προτεινόμενη επαναφορά (στο άρθρο 27) της λεγόμενης «προστατευτικής κράτησης» ασυνόδευτων παιδιών, για την οποία συνεχίζει να καταδικάζεται από το ΕΔΔΑ η χώρα μας. (ΕΔΔΑ, Μ.Υ. κατά Ελλάδας, Προσφυγή 51980/19, 19 Ιουνίου 2025). Η σχετική ανάλυση του ECRE επισημαίνει ότι η Οδηγία απαγορεύει την κράτηση αιτούντων με ειδικές ανάγκες υποδοχής όταν αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη σωματική ή ψυχική τους υγεία, ενώ για τους ανηλίκους προβλέπονται πρόσθετες εγγυήσεις. Συναφώς, η προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 4 εδαφ. δ΄ του άρθρου 27, σύμφωνα με την οποία «Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν, ώστε να αποφεύγεται η κράτηση γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό, καθώς και να επιδιώκεται η μεταφορά και διαμονή τους σε κατάλληλες δομές φιλοξενίας», πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Η κράτηση γυναικών κατά τη διάρκεια της κύησης και για τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό απαγορεύεται. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εξασφαλίζουν τη μεταφορά και διαμονή τους σε κατάλληλες δομές φιλοξενίας». Τέλος, στο προτεινόμενο άρθρο 25 ουδεμία αναφορά γίνεται στις συνθήκες της κράτησης (άρθρο 12 της Οδηγίας 2024/1346 σε συνδυασμό με άρθρα 2 σημείο 7 και 19, 20 και 22 της ίδιας Οδηγίας). Προτείνουμε να προβλεφθεί ρητά ότι με τις αντιρρήσεις μπορεί να προσβάλλεται όχι μόνο η νομιμότητα της κράτησης αλλά και η μη τήρηση/πλημμελής τήρηση των συνθηκών κράτησης, η οποία καθιστά την κράτηση παράνομη ή δυσανάλογη, ιδίως για ευάλωτα πρόσωπα.

Άρθρο 33: «Γενικοί κανόνες για τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. 1…3. Αιτών διεθνή προστασία, ο οποίος ισχυρίζεται ότι δεν του παρέχονται ή του παρέχονται πλημμελώς οι υλικές συνθήκες υποδοχής και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της παρ. 2, δύναται να υποβάλλει άπαξ αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής ενώπιον του Διοικητή της Περιφερειακής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει. Η αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, πρέπει να είναι ορισμένη και να περιέχει περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αξίωση του αιτούντος. Η αρμόδια αρχή αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της αίτησης εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της και γνωστοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα με κάθε πρόσφορο μέσο. Στην περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία απάντησης, τεκμαίρεται ότι έχει σιωπηρά απορριφθεί η αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής».

Άρθρο 42: «Προσφυγές (Άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346) 1. Κατά των αποφάσεων που αφορούν στην αποκατάσταση, την ανάκληση ή τον περιορισμό των παροχών δυνάμει του παρόντος Μέρους, των αποφάσεων μη χορήγησης της άδειας που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 22 ή των αποφάσεων του άρθρου 23, ο αιτών διεθνή προστασία, παράλληλα με τα δικαιώματα που έχει σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), μπορεί να υποβάλλει, εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της απόφασης που απορρίπτει την αίτησή του ή από τη σιωπηρή απόρριψη, αντιρρήσεις ενώπιον του Προέδρου ή του υπ’ αυτού οριζόμενου Πρωτοδίκη του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η περιφερειακή υπηρεσία της Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει προσωρινά. 2. Οι αντιρρήσεις πρέπει να διαλαμβάνουν συγκεκριμένους λόγους, μπορούν δε να προβληθούν και προφορικώς, οπότε συντάσσεται συναφώς, από τον γραμματέα, σχετική έκθεση. Ως προς την εκδίκαση αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως η περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 27 και της παρ. 1 του άρθρου 204 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97). Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται κατά τη διαδικασία αυτή, πρέπει να αποδεικνύονται παραχρήμα. Ο αρμόδιος δικαστής κατά την παρ. 1 εκδίδει αμέσως την απόφασή του για τις αντιρρήσεις, την οποία διατυπώνει συνοπτικώς στο τηρούμενο πρακτικό. Αντίγραφο του πρακτικού αυτού επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος στον Διοικητή της οικείας περιφερειακής υπηρεσίας της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης όπου διαμένει προσωρινά ο αιτών.
3. Η απόφαση για τις αντιρρήσεις δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο και μπορεί να ανακληθεί ύστερα από αίτηση των διαδίκων, αν η αίτηση ανάκλησης στηρίζεται σε νέα στοιχεία, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 4. Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου, οι αιτούντες λαμβάνουν δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 3226/2004 (Α’ 24)».

Σχολιασμός: Το άρθρο 33 παρ. 3 θεσπίζει μια διοικητική διαδικασία για την αποκατάσταση των συνθηκών διαμονής του αιτούντος, υπό την επιφύλαξη όμως της τήρησης επαχθών για τον αιτούντα διαδικαστικών προϋποθέσεων και χωρίς την πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, συμπεριλαμβανομένης της διερμηνείας, της δωρεάν νομικής συνδρομής για τη σύνταξη της προβλεπόμενης αίτησης και της δέουσας συνεκτίμησης των ατομικών περιστάσεων του αιτούντος. Δεδομένης δε της μειονεκτικής θέσης των αιτούντων, συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών εμποδίων, η απαίτηση η αίτηση αποκατάστασης να υποβάλλεται εγγράφως, να είναι επαρκώς ορισμένη και να περιέχει λεπτομερή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό επιρρίπτει στον αιτούντα υπερβολικό βάρος, που επί της ουσίας καθιστά ανενεργή αυτή την πρόβλεψη. Η απόφαση δε απόρριψης της αίτησης αυτής δύναται να προσβληθεί με τη διαδικασία των αντιρρήσεων που περιγράφει το προτεινόμενο άρθρο 42. Θεωρούμε ότι κατά την εφαρμογή της τελευταίας ο αιτών  πρέπει να επικουρείται από ειδικό μηχανισμό άμεσης νομικής βοήθειας, διερμηνείας, πρόσβασης στον φάκελο και δυνατότητας συμπλήρωσης λόγων. Όσον αφορά δε, την απαίτηση της προτεινόμενης διάταξης για παραχρήμα απόδειξη των ισχυρισμών των αιτούντων, θεωρούμε ότι, ενόψει των συνθηκών υπό το καθεστώς των οποίων ασκείται αυτή η προσφυγή, ιδίως δε σε υποθέσεις συνθηκών υποδοχής, υγείας, ευαλωτότητας, ανηλικότητας ή ακατάλληλης διαμονής, όπου ο αιτών συχνά δεν έχει ακόμη στα χέρια του ιατρικά έγγραφα, γνωματεύσεις, κοινωνική έκθεση ή πλήρη φάκελο, η απαίτηση άμεσης πλήρους απόδειξης επιρρίπτει ένα δυσανάλογο βάρος απόδειξης στον αιτούντα. Προτείνουμε, για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης να είναι αρκετή η πιθανολόγηση των ισχυρισμών του αιτούντος. Περαιτέρω, εκφράζουμε τη σοβαρή ανησυχία μας ότι η προβλεπόμενη στο προτεινόμενο άρθρο 33 παρ.3 διαδικασία αίτησης αποκατάστασης θα αποτελέσει στην πράξη ένα επιπλέον δικονομικό εμπόδιο για τον αιτούντα, στην κατεύθυνση του περιορισμού της απευθείας πρόσβασής του στο Δικαστήριο με τη διαδικασία των αντιρρήσεων, το οποίο, όμως, δύναται να επιφέρει περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες στο πρόσωπό του, με την παρατεταμένη έκθεσή του σε συνθήκες αντίθετες προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και πιθανολογούμενης της πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης.

Άρθρο 40: – Στέγαση παιδιών με ενήλικες.
Η μεταφορά της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 9 της Οδηγίας 2024/1346 περί διαμονής ασυνόδευτων παιδιών άνω των 16 ετών μαζί με ενήλικες, είναι μη νόμιμη ως αντίθετη στις αρχές του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων και της προστασίας αυτών(άρθρο 3 ΔΣΠΔ, άρθρο 24 παρ. 2 ΧΘΔ). (ιδ. και πρόσφατη ΕΔΑΔ, H.D. κατά Ιταλίας , 41645/23).

ΜΕΡΟΣ Γ΄: ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ (άρθρα 48-93)

Σχολιασμός:  Το δικαίωμα σε επίτροπο είναι ουσιώδες για τη διασφάλιση της ανάπτυξης του παιδιού, της νομικής του εκπροσώπησης και της συναισθηματικής του ευημερίας στο ευρύτερο πλαίσιο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζουμε αρνητικά την προβλεπόμενη αύξηση του ανώτατου ορίου ανάθεσης ασυνόδευτων ανήλικων σε εντεταλμένο επιτροπείας μέχρι και τον αριθμό των 50 παιδιών σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η οποία, κινούμενη στη λογική κόστους-οφέλους, απομειώνει τον ρόλο του επιτρόπου, δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες στην ανταπόκριση των καθηκόντων του και αποστερεί τους ασυνόδευτους ανήλικους από το ουσιαστικό δικαίωμα στη φροντίδα του προσώπου τους, κατά παράβαση της γενικής αρχής ότι τα κράτη πρέπει να μεριμνούν για τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Επί των ειδικότερων προτεινόμενων διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ Γ΄ παρατηρούμε τα εξής:

Άρθρο 78 παρ. 4 και 82: Το άρθρο 78 του σχεδίου νόμου περιλαμβάνει μεταξύ των δομών στις οποίες παρέχεται στέγαση σε ασυνόδευτους ανήλικους τις «ασφαλείς ζώνες των περιφερειακών υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης» (άρθρο 78 παρ. 1-α). Η παρ. 4 του άρθρου 78 περαιτέρω προβλέπει ότι ασυνόδευτοι ανήλικοι των οποίων το αίτημα ασύλου εξετάζεται με τη διαδικασία συνόρων ή την ταχύρρυθμη διαδικασία «παραμένουν» ή «τοποθετούνται» σε «ασφαλείς ζώνες των περιφερειακών υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης» και σε κάθε περίπτωση δεν τοποθετούνται σε Εποπτευόμενα Διαμερίσματα Ημιαυτόνομης Διαβίωσης (ΕΔΗΔ).

Ο Κανονισμός Διαδικασίας Ασύλου 2024/1348 προβλέπει στο άρθρο 53 παρ. 1 ότι η συνοριακή διαδικασία εφαρμόζεται σε ασυνόδευτους ανηλίκους μόνο στις περιστάσεις του άρθρου 42 παρ. 3 στοιχ. β΄, δηλαδή όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης ή προηγούμενη αναγκαστική απομάκρυνση για τέτοιους λόγους. Συνεπώς, το παρόν νομοσχέδιο, με το οποίο η διαδικασία συνόρων στους ασυνόδευτους ανήλικους δεν περιορίζεται ρητά στην παραπάνω περίπτωση, διευρύνει ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού και σε ευθεία αντίθεση με το πλαίσιο προστασίας των ασυνόδευτων ανηλίκων.

Επιπλέον, η τοποθέτηση κατά προτεραιότητα, στις ασφαλείς ζώνες των Περιφερειακών Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, των ασυνόδευτων ανηλίκων της παρ. 4 του άρθρου 78 και μάλιστα χωρίς ηλικιακό όριο, έχει ως αποτέλεσμα ο ασυνόδευτος ανήλικος να στερείται το πλαίσιο προστασίας που παρέχουν οι δομές μακροχρόνιας φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων (ΚΦΑΑ). Επομένως, εισάγεται εν προκειμένω ανεπίτρεπτη διάκριση στην παροχή παιδικής προστασίας βάσει εθνικότητας κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 82 προβλέπει τη δυνατότητα τοποθέτησης σε ασφαλείς ζώνες» των camps της ΥΠΥΤ και των ΚΕΔ κάθε ασυνόδευτου παιδιού άνω των 16 ετών (παρ. 1), ακόμη και στην περίπτωση που στις εν λόγω «ασφαλείς ζώνες» δεν παρέχονται υπηρεσίες παιδικής προστασίας (παρ. 5 – «για λόγους επείγουσας προστασίας» σύμφωνα με τη διάταξη). Οι ως άνω διατάξεις αποτελούν σημαντική υποχώρηση του ήδη μειωμένου πλαισίου παιδικής προστασίας, καθώς εισάγουν παρέκκλιση από το πλαίσιο προστασίας ασυνόδευτων ανηλίκων, προβλέποντας ρητά τη διαμονή στις «ασφαλείς ζώνες» ως επιτρεπόμενο τύπο φιλοξενίας, μολονότι αυτή με το υφιστάμενο πλαίσιο παρέχεται αποκλειστικά σε δομές φιλοξενίας εντός αστικού ιστού, πλαισιωμένες από υπηρεσίες παιδικής προστασίας (δομές επείγουσας φιλοξενίας, ΚΦΑΑ και ΕΔΗΔ). Σημειώνεται ότι στις λεγόμενες «ασφαλείς ζώνες» τα ασυνόδευτα παιδιά παραμένουν υπό καθεστώς de facto κράτησης και οι συνθήκες είναι απολύτως ακατάλληλες -εξ αιτίας της ίδιας της φύσης τους- για παρατεταμένη διαμονή παιδιών, όπως έχει διαπιστώσει ήδη ο Συνήγορος του Πολίτη. Επιπλέον, σε δεκάδες υποθέσεις το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει χορηγήσει ασφαλιστικά μέτρα εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν σε αυτές. Η διαφοροποιημένη αντιμετώπιση ασυνόδευτων παιδιών και η παροχή διαφορετικού επιπέδου προστασίας, συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης παροχής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της αρχής της μη-διάκρισης σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

ΜΕΡΟΣ Δ΄: ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1348 ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΟΙΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/32/ΕΕ (άρθρα 94-153)

Άρθρο 99: «Συνέντευξη επί του παραδεκτού και επί της ουσίας
1. Η προσωπική συνέντευξη για την εξέταση του παραδεκτού ή της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας κατά τα άρθρα 11 και 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, διενεργείται από τον χειριστή της Υπηρεσίας Ασύλου. 2. Η συνέντευξη επί της ουσίας δύναται να διεξαχθεί ταυτόχρονα με τη συνέντευξη επί του παραδεκτού σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, εφόσον ο αιτών έχει ενημερωθεί τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη διενέργειά της. Όταν εκτιμάται ότι οι αιτούντες χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, το ανωτέρω διάστημα, και εφόσον η προσωπική συνέντευξη έχει ορισθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της αίτησης, αναπροσαρμόζεται εύλογα και δεν δύναται να υπερβεί τις τρεις (3) ημέρες. Σε περίπτωση αναβολής της συνέντευξης δεν χορηγείται εκ νέου χρόνος προετοιμασίας».

Σχολιασμός: Είναι προφανές ότι για λόγους επιτάχυνσης της διαδικασίας προτείνεται από τον εθνικό νομοθέτη η ενοποίηση των δύο διαδικασιών συνέντευξης, επί του παραδεκτού και επί της ουσίας. Ωστόσο, η ενοποίηση αυτή και το ασφυκτικό πλαίσιο προετοιμασίας των 24 ωρών στερούν από τον αιτούντα τη δυνατότητα επεξεργασίας, συλλογής αποδεικτικών στοιχείων και αποτελεσματικής προβολής των ισχυρισμών του. Σημειωτέον ότι η συνέντευξη επί του παραδεκτού δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια τυπική, ταχείας διαδικασίας συνέντευξη, καθόσον ζητήματα παραδεκτού μπορεί να χρήζουν ενδελεχούς διερεύνησης, όπως λ.χ. η αμφισβήτηση από τον αιτούντα του τεκμηρίου της ασφαλούς τρίτης χώρας. Επομένως, διαφωνούμε με την ενοποίηση των δύο διαδικασιών συνέντευξης.

Άρθρο 103: «Νομική συνδρομή και εκπροσώπηση. 1… 2. Στους αιτούντες παρέχεται, κατόπιν γραπτού αιτήματός τους στην Υπηρεσία Ασύλου, το αργότερο σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από την προθεσμία άσκησης της προσφυγής κατά το άρθρο 135, δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση στις διαδικασίες ενώπιον της Αρχής Προσφυγών. Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, οι αιτούντες είναι δυνατόν να λαμβάνουν δωρεάν νομική βοήθεια, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 3226/2004 (Α’ 24), ο οποίος εφαρμόζεται αναλόγως».

Σχολιασμός: Οι αιτούντες διεθνή προστασία δεν είναι απλώς πρόσωπα χαμηλού εισοδήματος, ώστε να εφαρμόζεται αναλογικά στην περίπτωσή τους το πλαίσιο του ν. 3226/2004. Η παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας και κατά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου πρέπει να είναι δεδομένη από την Πολιτεία, προκειμένου να διασφαλίζεται το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, μη εξαρτώμενης από όρους και προϋποθέσεις.

Άρθρο 104: «Αξιολόγηση της ανάγκης για ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις
1. Η αξιολόγηση για το εάν ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων εκκινεί με τις διαπιστώσεις των προκαταρκτικών ελέγχων του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 και του άρθρου 9 του παρόντος, οι οποίες κοινοποιούνται στην αποφαινόμενη αρχή, και δύναται να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
2. Μορφές επαρκούς υποστήριξης, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, συνιστούν ιδίως η δυνατότητα επιπλέον διαλειμμάτων κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, η δυνατότητα στον αιτούντα να κινείται κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, εάν αυτό καθίσταται αναγκαίο από την κατάσταση υγείας του, καθώς και η επιείκεια σε μη μείζονες ανακρίβειες και αντιφάσεις, εφόσον αυτές σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας του».

Σχολιασμός: Πρέπει να προστεθεί ρητά ότι, όταν η αναγκαία υποστήριξη δεν μπορεί να παρασχεθεί στο πλαίσιο της ταχείας ή συνοριακής διαδικασίας, η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται ή παύει να εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1348.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρα 108-125

Σχολιασμός: Το Κεφάλαιο Γ΄ του Μέρους Δ΄ επιχειρεί να οργανώσει την εθνική διοικητική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας υπό το νέο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Ωστόσο, η συνολική του δομή, εναρμονιζόμενη με το πνεύμα του Κανονισμού,  χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη έμφαση στην ταχύτητα, στην τυποποίηση και στην ενεργοποίηση δυσμενών συνεπειών λόγω διαδικαστικών παραλείψεων του αιτούντος. Η διαδικασία εξέτασης αιτημάτων ασύλου δεν συνιστά μια γραφειοκρατική διαδικασία της Διοίκησης. Αφορά την προστασία από δίωξη, σοβαρή βλάβη και επαναπροώθηση και, συνεπώς, πρέπει να διέπεται από αυξημένες εγγυήσεις πραγματικής πρόσβασης, ακρόασης, εξατομικευμένης αξιολόγησης και αποτελεσματικής προσφυγής. Ιδιαίτερα προβληματικές είναι οι ρυθμίσεις που επιβάλλουν ασφυκτικές προθεσμίες κατάθεσης και προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων, οδηγούν σε σιωπηρή ανάκληση και διακοπή υλικών συνθηκών υποδοχής λόγω μη εμφάνισης, περιορίζουν αυστηρά τη διόρθωση κρίσιμων στοιχείων ταυτότητας και ιθαγένειας, προβλέπουν αυτοδίκαιη παύση ισχύος δελτίου αιτούντος, θέτουν υπέρμετρα φίλτρα στην πρόσβαση οργανώσεων σε κράτηση και στα σύνορα, καθιστούν την επίδοση αποφάσεων εξαρτημένη από τεκμήρια γνώσης και ενσωματώνουν αυτοματοποιημένα την απόφαση επιστροφής στην απορριπτική απόφαση ασύλου. Πρόκειται για ένα προτεινόμενο πλέγμα διατάξεων στην κατεύθυνση της συρρίκνωσης του δικαιώματος πρόσβασης στο άσυλο.

Επιμέρους παρατηρήσεις:

Άρθρο 110: «Κατάθεση αίτησης διεθνούς προστασίας»

Παρ. 1: Το άρθρο 51 του Κανονισμού 2024/1348 προβλέπει ειδική πενθήμερη προθεσμία κατάθεσης στη συνοριακή διαδικασία, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα των 21 ημερών του άρθρου 28. Μόνη η σύντομη αυτή προθεσμία αποτελεί κατ’ αρχήν εμπόδιο στην επαρκή προετοιμασία του αιτούντος για την υποστήριξη του αιτήματός του για καθεστώς διεθνούς προστασίας κατά τη συνοριακή διαδικασία. Επιπλέον, η προθεσμία αυτή τελεί σύμφωνα με το ίδιο άρθρο του Κανονισμού, υπό την ουσιώδη προϋπόθεση ότι ο αιτών έχει πραγματική και αποτελεσματική δυνατότητα να καταθέσει την αίτηση διεθνούς προστασίας. Επομένως, μόνη η μη τήρηση του πενθημέρου δεν πρέπει να επάγεται άνευ ετέρου τη σιωπηρή ανάκληση ή άλλη δυσμενή συνέπεια, αλλά απαιτεί την εξατομικευμένη διαπίστωση ότι ο αιτών είχε ενημερωθεί κατανοητά, είχε πρόσβαση σε διερμηνεία και πρακτική δυνατότητα εμφάνισης και δεν συνέτρεχε εύλογη αιτία για τη μη κατάθεση της αίτησης. Η διάταξη της παρ. 1 με την οποία προβλέπεται ως αυτοματοποιημένη διαδικασία η κατάθεση εντός της ανωτέρω προθεσμίας της αίτησης διεθνούς προστασίας, χωρίς την εξέταση της πραγματικής δυνατότητας πρόσβασης στη διαδικασία αντίκειται και στο ίδιο το άρθρο 51 του Κανονισμού.

Παρ. 2: Στο άρθρο 28 παρ. 4 του Κανονισμού 2024/1348 προβλέπονται τα εξής: «4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν στο εθνικό δίκαιο τη δυνατότητα του αιτούντος να καταθέτει αίτηση μέσω εντύπου, ακόμη και όταν δεν είναι σε θέση να εμφανιστεί αυτοπροσώπως λόγω συνεχιζόμενων σοβαρών περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του, όπως φυλάκιση ή μακροχρόνια νοσηλεία. Η αίτηση θεωρείται ότι έχει κατατεθεί εφόσον ο αιτών υποβάλει το έντυπο εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1 και εφόσον η αρμόδια αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου. Στις περιπτώσεις αυτές, η προθεσμία για την εξέταση της αίτησης αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία παραλαβής του εντύπου από την αρμόδια αρχή.» Συνεπώς, η προτεινόμενη διάταξη του νομοσχεδίου με το οποίο θεσπίζεται ως αντικειμενική προϋπόθεση για το παραδεκτό της κατάθεσης της αίτησης διεθνούς προστασίας η αυτοπρόσωπη παρουσία του αιτούντος αντιβαίνει στη πρόβλεψη του Κανονισμού. Προτείνεται η ενσωμάτωση στο νομοσχέδιο της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 4 του Κανονισμού. Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα του αιτούντος για κατάθεση της αίτησής του πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των αρχών της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της επιείκειας, έχοντας πάντα κατά νου ότι τέτοιου είδους προϋποθέσεις - όπως η αυτοπρόσωπη κατάθεση- δεν επιτρέπεται να λειτουργούν ως πρόσκομμα, ενόψει του ευαίσθητου πλαισίου της διεθνούς προστασίας εντός του οποίου τίθενται. Πρέπει να προβλέπονται εξαιρέσεις για ασθένεια, κράτηση, ευαλωτότητα, ανηλικότητα ή αντικειμενική αδυναμία μετακίνησης.

Παρ. 3: Η παρ. 3 του άρθρου 110 υπερβαίνει τη διατύπωση του άρθρου 28 παρ. 6 του Κανονισμού 2024/1348, καθόσον εισάγει ασφυκτικές προθεσμίες προσκόμισης στοιχείων — ιδίως την προθεσμία μίας ημέρας στη συνοριακή διαδικασία — οι οποίες δεν προβλέπονται ρητά στον Κανονισμό, επιρρίπτοντας υπερβολικό βάρος κατά την εν λόγω διαδικασία στον αιτούντα. Ο Κανονισμός επιτρέπει στα κράτη μέλη να ορίζουν προθεσμίες, αλλά στο πλαίσιο της δυνατότητας του αιτούντος να υποβάλει πρόσθετα στοιχεία έως την έκδοση της απόφασης και με την έννοια ότι ο αιτών οφείλει να καταβάλει προσπάθεια συμμόρφωσης. Η διάταξη πρέπει να αναδιατυπωθεί, ώστε να προβλέπει την προσκόμιση στοιχείων μέχρι την έκδοση απόφασης.

Παρ. 4: Η δήλωση του αιτούντος ότι δεν επιθυμεί την κατάθεση της αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να είναι ρητή και ανεπιφύλακτη, να εκφέρεται δε κατόπιν πλήρους ενημέρωσης, στην οποία να περιλαμβάνονται και οι συνέπειες από τη μη κατάθεσή της, σε γλώσσα που κατανοεί. Διαφωνούμε με την εκ των υστέρων ενημέρωση των συνεπειών της απόφασης του αιτούντος, όπως αυτή διαγράφεται στην παρ. 4 του άρθρου 110.

Παρ. 5: Διαφωνούμε με την αυτόματη σιωπηρή ανάκληση της αίτησης διεθνούς προστασίας σε περίπτωση μη εμφάνισης του αιτούντος κατά την ορισθείσα ημερομηνία κατάθεσης. Η παρ. 5 του άρθρου 110 δεν αποδίδει πλήρως το άρθρο 41 παρ. 1 στοιχ. α΄ του Κανονισμού. Πρέπει να διατηρείται η δυνατότητα στάθμισης από τη Διοίκηση των λόγων που συνετέλεσαν στη μη εμφάνιση του αιτούντος (εύλογη αιτία κατά τον Κανονισμό) και εξατομικευμένης διαπίστωσης.

Παρ. 6: Η διόρθωση στοιχείων ταυτότητας, ιθαγένειας, ηλικίας ή τόπου γέννησης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εξαιρετική διαδικασία. Τα λάθη κατά την αρχική καταχώριση, ιδίως λόγω ελλιπούς διερμηνείας ή screening, μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την ουσία ή το παραδεκτό της αίτησης.

Παρ. 7: Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ΥΠΥΤ και Υπηρεσίας Ασύλου χρειάζεται σαφήνεια, ώστε να μη δημιουργούνται κενά ή καθυστερήσεις στην πρόσβαση στη διαδικασία. Ιδίως για κρατούμενους, μεταγενέστερες αιτήσεις και μέλη οικογένειας απαιτείται άμεση και πρακτικά προσβάσιμη διαδικασία κατάθεσης.

Άρθρα 116-117: Οι διατάξεις των άρθρων 116 και 117 πρέπει να συμπληρωθούν ώστε η υποχρέωση αυτοπρόσωπης παρουσίας του ανηλίκου να εφαρμόζεται με ευελιξία και πάντοτε υπό το πρίσμα του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Η εξαίρεση από την αυτοπρόσωπη παράσταση δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά σε λόγους υγείας ή αναπηρίας αποδεικνυόμενους με δημόσια έγγραφα, αλλά να καλύπτει κάθε εύλογη αιτία σχετική με την ηλικία, την ψυχική κατάσταση, την ευαλωτότητα, την ασφάλεια, την πρακτική δυνατότητα μετακίνησης και την ύπαρξη κατάλληλης εκπροσώπησης του ανηλίκου. Ρύθμιση που καθιστά τον ανήλικο άμεσο φορέα διαδικαστικής υποχρέωσης και επιρρίπτει στον ίδιο τις δυσμενείς συνέπειες της μη τήρησής της, αντί στον  κηδεμόνα, τον επίτροπο ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του, δεν είναι συμβατή με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και την υποχρέωση αυξημένης προστασίας των ανηλίκων.

Άρθρο 119: Το άρθρο 119 ενσωματώνει τις βασικές προθεσμίες του άρθρου 35 του Κανονισμού 2024/1348 και αποσκοπεί στην επιτάχυνση της διαδικασίας εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Η Ένωσή μας εκφράζει τις σοβαρές επιφυλάξεις της ως προς τις ρυθμίσεις αυτές του Κανονισμού και του εφαρμοστικού νόμου, δεδομένου ότι οι ασφυκτικές προθεσμίες οδηγούν στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, εις βάρος της εξατομικευμένης και ουσιαστικής εξέτασης της αίτησης. Επιπλέον, η θέσπιση απόλυτης απαγόρευσης αναπομπής της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό -προτεινόμενη προς όφελος της επιτάχυνσης της διαδικασίας-, με την οποία η Επιτροπή Προσφυγών καλείται να λειτουργήσει ως πρωτοβάθμιο όργανο, υποσκάπτει την ποιότητα του ουσιαστικού ελέγχου της Επιτροπής Προσφυγών. Η παραπομπή της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό πρέπει να εναπόκειται στην κρίση της Επιτροπής Προσφυγών, ανάλογα με το προς διευκρίνιση ζήτημα (π.χ. όταν διαπιστώνει ελλείψεις στη διενεργηθείσα συνέντευξη ενώπιον του πρώτου βαθμού, οπότε έχει υποχρέωση να καλέσει ενώπιόν της τον αιτούντα και να διενεργήσει συμπληρωματική συνέντευξη. Βλ. ΣτΕ 1371/2023).

Άρθρο 120: Η χρήση τεκμηρίων πλασματικής επίδοσης πρέπει να θεωρείται ασύμβατη με τις διαδικασίες διεθνούς προστασίας, ιδίως όταν από την επίδοση εξαρτάται η έναρξη σύντομων προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής. Στις διαδικασίες αυτές διακυβεύονται το δικαίωμα στο άσυλο, η αρχή της μη επαναπροώθησης και το δικαίωμα πραγματικής και αποτελεσματικής προσφυγής του αιτούντος. Επομένως, η κοινοποίηση των αποφάσεων πρέπει να διασφαλίζει αξιόπιστη, προσωπική και κατανοητή ενημέρωση του αιτούντος ή του νομικού του εκπροσώπου. Η εκτεταμένη χρήση της κοινοποίησης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ιδίως σε περιπτώσεις αιτούντων που διαμένουν σε δομές υποδοχής, δεν συμβαδίζει με τις ανωτέρω απαιτήσεις. Εξάλλου, τα διοικητικά δικαστήρια έχουν ήδη κρίνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται αυτοπρόσωπη επίδοση ή, πάντως, επίδοση που να εξασφαλίζει πραγματική και πλήρη γνώση του περιεχομένου της απόφασης. Προτείνεται: α. Η Διοίκηση να ακολουθεί αυστηρά τη σειρά των τρόπων κοινοποίησης που προβλέπονται από τον νόμο και, ιδίως στις περιπτώσεις αιτούντων που διαμένουν σε δομές υποδοχής, να προβαίνει σε αυτοπρόσωπη επίδοση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, πρέπει να απαλειφθούν τα τεκμήρια πλασματικής επίδοσης, β. Η κοινοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να θεωρείται ολοκληρωμένη μόνο όταν υπάρχει αξιόπιστη απόδειξη παραλαβής από τον αιτούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Η εγγύηση αυτή είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη λόγω των σοβαρών δυσμενών συνεπειών που συνδέονται με την εκπρόθεσμη άσκηση προσφυγής, όπως η απουσία ανασταλτικού αποτελέσματος και η μη έκδοση δελτίου αιτούντος άσυλο έως την εξέταση και αποδοχή του αιτήματος παραμονής. Περαιτέρω, η επίδοση στον προϊστάμενο της αρμόδιας αποφαινόμενης αρχής, με την οποία τεκμαίρεται ότι ο αιτών έλαβε γνώση, δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις πραγματικής ενημέρωσης του αιτούντος. Η ρύθμιση δε αυτή εξαρτά την άσκηση δικονομικού δικαιώματος -την άσκηση προσφυγής- από μια οίκοθεν πράξη της Διοίκησης, χωρίς να διασφαλίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος πληροφορήθηκε ατομικά, κατανοητά και αξιόπιστα το περιεχόμενο και τις συνέπειες της απόφασης, από την επίδοση της οποίας άρχεται η προθεσμία προσβολής της.

Άρθρο 121: «Απόρριψη αίτησης και έκδοσης απόφασης επιστροφής. Σε περίπτωση απόρριψης αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 37 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η Υπηρεσία Ασύλου εκδίδει απόφαση επιστροφής του αιτούντος σύμφωνα με τον ν. 5226/2025 (Α’ 154) και τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης. Η απόφαση επιστροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Εφόσον υφίσταται ήδη σε ισχύ άλλη απόφαση επιστροφής ή απέλασης, θεωρείται ότι η προηγούμενη απόφαση επιστροφής ή απέλασης ενσωματώνεται στο κεφάλαιο της απορριπτικής απόφασης που διατάσσει την επιστροφή».

Είναι προβληματική η πρόβλεψη του νομοσχεδίου περί ενσωμάτωσης στην απόφαση απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας της προγενέστερης απόφασης επιστροφής, χωρίς τη μεσολάβηση εξατομικευμένης κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου. Κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής η αρμόδια Αρχή πρέπει να προβαίνει σε επίκαιρο έλεγχο των λόγων που επιβάλλουν την επιστροφή του αιτούντος καθώς και σε στάθμιση διαφόρων κριτηρίων, μεταξύ των οποίων λόγων προστασίας της οικογενειακής ζωής ή περιπτώσεων  ευαλωτότητας, επιπλέον δε και σε έλεγχο αναλογικότητας, σε σχέση με την αναγκαιότητα εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής. Συνεπώς, ρύθμιση που προβλέπει κατά τρόπο αυτοματοποιημένο την ενσωμάτωση προγενέστερης απόφασης επιστροφής αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και στα κατά περίπτωση κατοχυρωμένα δικαιώματα του αιτούντος στην ΕΣΔΑ, περαιτέρω δε δύναται να οδηγήσει σε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Άρθρο 122:  «Απόφαση επί του παραδεκτού της αίτησης Η αποφαινόμενη αρχή αξιολογεί το παραδεκτό μιας αίτησης, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται στο Κεφάλαιο ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, και απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη, εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους της παρ. 1 του άρθρου 38 του Κανονισμού».

Άρθρο 123: «Απόφαση επί της ουσίας της αίτησης
Μία αβάσιμη αίτηση θεωρείται ως προδήλως αβάσιμη, εάν συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιστάσεις της παρ. 1 και των περ. α) έως ε) της παρ. 3 του άρθρου 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348».

Σχολιασμός: Το νομοσχέδιο μεταφέρει στην εθνική νομοθεσία και τους πέντε λόγους απαραδέκτου που προβλέπονται στο άρθρο 38 του Κανονισμού 2024/1348, παρότι η διάταξη παρέχει περιθώριο εκτίμησης στα Κράτη Μέλη. Η διεύρυνση σε αυτόν τον βαθμό των λόγων απαραδέκτου των αιτήσεων διεθνούς προστασίας συνεπάγεται την ουσιαστική συρρίκνωση του δικαιώματος αποτελεσματικής πρόσβασης στης διαδικασία ασύλου και αυξάνει τον κίνδυνο παραβιάσεων της αρχής της μη επαναπροώθησης. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πρόβλεψη απόρριψης ως απαράδεκτης αίτησης ασύλου που υποβάλλεται μετά την πάροδο επτά εργάσιμων ημερών από την επίδοση απόφασης επιστροφής, εφόσον δεν προβάλλονται νέα στοιχεία. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 του Κανονισμού, στο οποίο παραπέμπει το νομοσχέδιο: «1. Η αποφαινόμενη αρχή μπορεί να αξιολογεί το παραδεκτό μιας αίτησης, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ, και μπορεί να εξουσιοδοτείται βάσει του εθνικού δικαίου να απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη, εάν συντρέχει κάποιος από τους ακόλουθους λόγους: α)…ε) για τον συγκεκριμένο αιτούντα έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ και αυτός υπέβαλε την αίτησή του μόνο μετά από επτά εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών έλαβε την απόφαση επιστροφής, υπό την προϋπόθεση ότι είχε ενημερωθεί για τις συνέπειες της μη υποβολής αίτησης εντός της εν λόγω προθεσμίας και ότι δεν προέκυψαν νέα συναφή στοιχεία μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου». Περαιτέρω, στο άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης προβλέπεται ότι: «Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι προερχόμενοι απ' ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο, εν τη εννοία του άρθρου 1, εισέρχωνται ή ευρίσκωνται ήδη επί του εδάφους αυτών άνευ αδείας, υπό την επιφύλαξιν πάντως ότι ούτοι αφ' ενός μεν θα παρουσιαστούν αμελλητί εις τας αρχάς αφ' ετέρου δε θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής». Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη ο όρος «αμελλητί» (without delay) που περιλαμβάνεται στο άρθρο 31 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτητα και ρεαλιστικά, λαμβάνοντας υπόψη της συνθήκες φυγής των προσφύγων (R v Uxbridge MagistratesCourt, ex parte Adimi.). Επομένως, η προτεινόμενη ρύθμιση περί απαραδέκτου με μόνη την προϋπόθεση της υποβολής του αιτήματος ασύλου επτά ημέρες μετά την επίδοση της απόφασης επιστροφής αφενός ενδέχεται να οδηγήσει σε αυθαίρετη μη εξέταση ουσιαστικά βάσιμων αιτημάτων διεθνούς προστασίας και σε έκθεση των αιτούντων σε κίνδυνο επαναπροώθησης και αφετέρου αντίκειται στην πρόβλεψη του άρθρου 31 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης περί απαγόρευσης των ποινών. Ο δικαιολογημένος φόβος δίωξης είναι πολύ πιθανό να εμποδίζει τους αιτούντες από την έκθεση -εντός 7 ημερών από την επίδοση απόφασης επιστροφής- εκείνων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν το προσφυγικό καθεστώς. Η θέσπιση, επομένως, ενός τέτοιου απαράδεκτου ουσιαστικά ισοδυναμεί με ποινή σε βάρος του αιτούντος, συνιστάμενη στην απαγόρευση κατάθεσης αιτήματος ασύλου μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας και επομένως στον αποκλεισμό του από τη διαδικασία ασύλου.

 Παράλληλα, ιδιαίτερα προβληματική παραμένει και η διατήρηση της έννοιας της «ασφαλούς τρίτης χώρας» ως λόγου απαραδέκτου. Η πρακτική εφαρμογή της έννοιας αυτής έχει επανειλημμένα αναδείξει σοβαρά ζητήματα ως προς την πραγματική πρόσβαση σε αποτελεσματική προστασία στις τρίτες χώρες, την επάρκεια των διαδικαστικών εγγυήσεων, και τον κίνδυνο άμεσης ή έμμεσης επαναπροώθησης. Η εκτεταμένη χρήση απαραδέκτων μετατοπίζει το βάρος από την ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε διαδικαστικού χαρακτήρα μηχανισμούς αποκλεισμού, περιορίζοντας στην πράξη την πρόσβαση στο δικαίωμα ασύλου και αποδυναμώνοντας τις εγγυήσεις προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ως προς το άρθρο 42 του Κανονισμού (άρθρο 123 του νομοσχεδίου), καθίσταται πλέον υποχρεωτική η ταχεία διαδικασία για ευρύ κατάλογο περιπτώσεων, ενώ προηγουμένως η επιτάχυνση ήταν κυρίως δυνητική. Η ταχεία διαδικασία πρέπει, κατά τα διεθνή πρότυπα, να περιορίζεται σε προφανώς καταχρηστικές ή απολύτως άσχετες αιτήσεις, ενώ ο Κανονισμός επεκτείνεται πολύ πέρα από αυτές τις περιπτώσεις, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων μεταγενέστερες αιτήσεις, καθυστερημένη υποβολή, έλλειψη εγγράφων ή χρήση πλαστών εγγράφων, καθώς και αιτήσεις από χώρες με ποσοστό αναγνώρισης 20% ή χαμηλότερο. Ιδίως για το τελευταίο κριτήριο, πρέπει να ειπωθεί ότι ένα στατιστικό ποσοστό αναγνώρισης δεν μπορεί να υποκαθιστά την εξατομικευμένη αξιολόγηση της ανάγκης προστασίας. Επιπλέον, για τον χαρακτηρισμό μιας αίτησης ως προδήλως αβάσιμης, ο Κανονισμός δεν απαιτεί επαρκώς ειδική αιτιολόγηση -μεταξύ δηλαδή του χαρακτηρισμού ως αβάσιμης ή προδήλως αβάσιμης- μολονότι ο χαρακτηρισμός αυτός έχει σοβαρές πρακτικές συνέπειες, όπως περιορισμό του δικαιώματος παραμονής, σύνδεση με επιστροφή και ενδεχόμενη απαγόρευση εισόδου. Ειδικότερα, στο άρθρο 42 παρ. 1 του Κανονισμού προβλέπεται μεταξύ άλλων, ότι: «Με την επιφύλαξη του άρθρου 21 παράγραφος 2, η αποφαινόμενη αρχή, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο II, επιταχύνει την εξέταση επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας, όταν: α)…,β) ο αιτών έχει παρουσιάσει προδήλως, ασυνεπείς ή αντιφατικές πληροφορίες, ή σαφώς ψευδείς…πληροφορίες…γ) ο αιτών, αφού του παρασχεθεί η πλήρης δυνατότητα να δώσει πειστικές εξηγήσεις, θεωρείται ότι παραπλάνησε σκοπίμως τις αρχές με την υποβολή ψευδών πληροφοριών ή εγγράφων ή με την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων, ιδίως όσον αφορά την ταυτότητα ή την ιθαγένειά του…». Επισημαίνουμε ότι η χρήση μη γνήσιων ή ανακριβών ταξιδιωτικών εγγράφων δεν μπορεί αφ’ εαυτής να θεμελιώνει τεκμήριο καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος διεθνούς προστασίας ούτε να οδηγεί αυτομάτως σε επιταχυνόμενη εξέταση της αίτησης. Το άρθρο 31 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης αναγνωρίζει ότι οι πρόσφυγες, λόγω του δικαιολογημένου φόβου δίωξης, συχνά αδυνατούν να εξέλθουν και να εισέλθουν νόμιμα και καταφεύγουν σε παράτυπα μέσα μετακίνησης. Επομένως, απαιτείται πάντοτε εξατομικευμένη αξιολόγηση του κατά πόσο η χρήση των εγγράφων συνδεόταν με τις συνθήκες φυγής και όχι με πρόθεση εξαπάτησης των αρχών. Η χρήστη πλαστών εγγράφων ή ψευδών πληροφοριών δεν ταυτίζεται απαραίτητα με ψευδείς ισχυρισμούς ως προς το φόβο δίωξης του αιτούντος. Το προτεινόμενο με το παρόν νομοσχέδιο πλέγμα διατάξεων περί απαραδέκτου, ταχείας διαδικασίας, πρόδηλης βασιμότητας και κατάργησης του  αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής στις παραπάνω περιπτώσεις (άρθρο 136 του νομοσχεδίου) στοιχειοθετεί μία προσχηματική διαδικασία ασύλου, με την οποία η δυνατότητα πρόσβασης στο προσφυγικό  καθεστώτος συρρικνώνεται στο ελάχιστο, ενώ, αντιθέτως, ενισχύεται το σκέλος των επιστροφών.

Άρθρο 125: «Σιωπηρή ανάκληση αιτήσεων.
1. Όταν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η αποφαινόμενη αρχή εξετάζει την αίτηση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, με την προϋπόθεση ότι είναι επαρκή, και εφόσον θεωρήσει ότι είναι αβάσιμη ή προδήλως αβάσιμη σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, την απορρίπτει. Κατά των απορριπτικών αποφάσεων του πρώτου εδαφίου, ο αιτών δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, σύμφωνα με το άρθρο 135 του παρόντος. 2. Αν τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για την εξέταση της αίτησης σύμφωνα με την παρ. 1, η αποφαινόμενη αρχή δύναται, κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, να τάξει προθεσμία στον αιτούντα για την υποβολή πρόσθετων στοιχείων ή να επαναπρογραμματίσει τη συνέντευξη που δεν πραγματοποιήθηκε για σοβαρό λόγο. Στη συνέχεια, η αρχή εξετάζει αν θα εκδοθεί απόφαση σιωπηρής ανάκλησης της αίτησης και επιστροφής του αιτούντος βάσει του άρθρου 121 του παρόντος. Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης, ο αιτών δικαιούται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, σύμφωνα με το άρθρο 135 του παρόντος. 3. Οι πράξεις των παρ. 1 και 2 κοινοποιούνται στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 120»

Σχολιασμός: Με το προτεινόμενο άρθρο 125 καταργείται η υποχρέωση έκδοσης πράξης διακοπής σε περίπτωση μη εμφάνισης για ανανέωσης του δελτίου, μη εμφάνιση στην προσωπική συνέντευξη κτλ. ανεξαρτήτως του λόγου που ο αιτών δεν μπόρεσε να είναι συνεπής προς τη υποχρέωση του (πχ. ανωτέρα βία) και η δυνατότητα ο αιτών να ζητήσει τη συνέχιση της εξέτασης της αίτησης εντός 9μήνου από την έκδοση της πράξης διακοπής. Προβλέπεται πλέον η έκδοση απόφασης με την οποία απορρίπτεται η αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών μπορεί να ασκήσει προσφυγή, η οποία ωστόσο δεν έχει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα [άρθρο 136 (2-γ)]. Η διάταξη επιτρέπει την απόρριψη αίτησης για τεχνικούς λόγους, ακόμη και χωρίς τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ενώ η δυνατότητα της αποφαινόμενης αρχής να τάξει στον αιτούντα προθεσμία για την υποβολή πρόσθετων στοιχείων ή να επαναπρογραμματίσει την συνέντευξη καταλείπεται στην διακριτική ευχέρεια της αποφαινόμενης αρχής (παρ. 2).

Άρθρο 128: «Προθεσμίες στη διαδικασία ασύλου στα σύνορα»

Με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 128 θεσπίζονται ιδιαίτερα ασφυκτικές προθεσμίες σε όλα τα στάδια της επεξεργασίας του αιτήματος διεθνούς προστασίας, τα οποία ολοκληρώνονται με την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής εντός προθεσμίας 25 ημερών από τη συζήτηση της τελευταίας. Οι προθεσμίες αυτές, αποσκοπούσες στην επιτάχυνση της διαδικασίας, σε συνδυασμό με τον ανωτέρω σχολιασμό περί των περιπτώσεων απαραδέκτου και πρόδηλης αβασιμότητας κατά τον Κανονισμό, συνθέτουν το πλέγμα του περιορισμού της πρόσβασης στο άσυλο. Τούτο προκύπτει από την ουσιαστική αποδυνάμωση του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής αφενός και από τη θέσπιση πλήθος λόγων τυπικής απόρριψης αφετέρου. Συν τοις άλλοις, η προθεσμία των 25 ημερών εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί η απόφαση επί της προσφυγής, συνεπάγεται την υπερένταση των δυνάμεων των υπηρετούντων στις Επιτροπές Προσφυγών διοικητικών δικαστών, με αποτέλεσμα να τίθενται επιπλέον, με την παρούσα διάταξη, ζητήματα δικαστικής ανεξαρτησίας.

Άρθρο 131: «Μεταγενέστερες αιτήσεις»

Οι προτεινόμενες διατάξεις που ρυθμίζουν τις μεταγενέστερες αιτήσεις εγείρουν σημαντικές ανησυχίες ως προς τις δικονομικές αρχές, την αποτελεσματική πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου και τη συμμόρφωση με τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του διεθνούς και ενωσιακού δικαίου. Το άρθρο 131 παρ. 2 του νομοσχεδίου περιορίζει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων στην γραπτή διαδικασία, χωρίς να προβλέπει τη δυνατότητα προσωπικής συνέντευξης, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου προκύπτουν νέα και ουσιώδη στοιχεία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 55 παρ. 4 του Κανονισμού για τη Διαδικασία Ασύλου. Ο περιορισμός αυτός κινδυνεύει να υπονομεύσει τόσο το δικαίωμα ακρόασης του αιτούντος όσο και τη συνολική αποτελεσματικότητα της διαδικασίας, ιδίως σε σύνθετες υποθέσεις όπου ζητήματα αξιοπιστίας, ευαλωτότητας ή μεταβαλλόμενων συνθηκών στη χώρα καταγωγής απαιτούν προφορική διευκρίνιση. Ιδιαίτερα προβληματικές είναι οι περιπτώσεις όπου οι αιτούντες δεν είχαν προηγουμένως πρόσβαση σε εξέταση επί της ουσίας, συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων σιωπηρής ανάκλησης ή αποφάσεων απαραδέκτου, όπως αποφάσεων που βασίζονται στην έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας. Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρούμε ότι πρέπει να διατηρηθεί ρητά η δυνατότητα διεξαγωγής προσωπικής συνέντευξης, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου προκύπτουν νέα και ουσιώδη στοιχεία ή όπου ο αιτών δεν έχει προηγουμένως τύχει ουσιαστικής εξέτασης επί της ουσίας.

Επιπλέον, η πρόβλεψη προθεσμίας δύο ημερών για την εξέταση: α) πρώτων μεταγενέστερων αιτήσεων που θεωρείται ότι έχουν κατατεθεί με σκοπό την καθυστέρηση της απομάκρυνσης, και β) όλων των δεύτερων ή περαιτέρω μεταγενέστερων αιτήσεων, θεωρείται ανεπαρκής για τη διασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της ουσιαστικής προετοιμασίας και υποβολής έγγραφων ισχυρισμών. Δεδομένου ότι η αξιολόγηση των μεταγενέστερων αιτήσεων βασίζεται κυρίως σε έγγραφα, οι αιτούντες πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο για να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους, να συλλέξουν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία και να παρουσιάσουν συνεκτικές υποβολές. Η προθεσμία εξέτασης πρέπει να παραταθεί σε εύλογο χρόνο και τουλάχιστον σε πέντε ημέρες, σύμφωνα με το χρονικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε άλλες μεταγενέστερες αιτήσεις.

Τέλος, η επιβολή διοικητικού τέλους ύψους 300 ευρώ για δεύτερες και περαιτέρω μεταγενέστερες αιτήσεις συνιστά δυσανάλογο περιορισμό της πρόσβασης στο άσυλο, ενδέχεται να επηρεάσει δυσανάλογα ευάλωτους αιτούντες και οικογένειες, αποθαρρύνοντας ενδεχομένως την υποβολή βάσιμων αιτημάτων. Προτείνεται: α. Να εισαχθούν ρητές εξαιρέσεις στην εφαρμοστέα νομοθεσία και στη σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση, ιδίως για ασυνόδευτα και χωρισμένα από την οικογένειά τους παιδιά, για προδήλως βάσιμες περιπτώσεις και για περιπτώσεις όπου η προηγούμενη απόρριψη βασίστηκε σε λόγους απαραδέκτου, όπως η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας, και η επιστροφή δεν κατέστη εφικτή με την πάροδο του χρόνου. β. Να διευκρινιστεί ότι το τέλος εφαρμόζεται ανά αίτηση και όχι ανά αιτούντα, ώστε να αποφεύγονται δυσανάλογες σωρευτικές επιβαρύνσεις για οικογένειες, για παράδειγμα 1.200 ευρώ για τετραμελή οικογένεια. γ. Να προβλεφθεί επιστροφή του τέλους σε περιπτώσεις όπου η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται παραδεκτή, ώστε να διασφαλιστεί ότι το τέλος δεν λειτουργεί αποτρεπτικά για την υποβολή νόμιμων και βάσιμων αιτημάτων.

Άρθρο 132: Διαφωνούμε με την κατάρτιση ενός ευρωπαϊκού καταλόγου ασφαλών τρίτων χωρών. Τέτοιου είδους κατάλογοι δημιουργούν τεκμήρια απαραδέκτου με σκοπό την αποφυγή ουσιαστικής εξέτασης του αιτήματος ασύλου. Επιπλέον, η διεύρυνση της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας με την εισαγωγή του κριτηρίου της διέλευσης, το οποίο δεν στοιχειοθετεί  κανενός είδους σύνδεσμο του αιτούντα με τη χώρα αυτή, επιρρωνύει ακόμη περισσότερο αυτή την άποψη. Αγνοείται μια ήδη υφιστάμενη πραγματικότητα κατά την οποία είναι αντικειμενικά αδύνατη η επιστροφή των αιτούντων στην τρίτη χώρα. (βλ. Τουρκία). Επίσης, η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς τρίτης χώρας σε ασυνόδευτους ανηλίκους είναι ιδιαίτερα προβληματική και θα πρέπει να αποκλειστεί ρητά. Η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, σε συνδυασμό με την ευαλωτότητα και τις ειδικές διαδικαστικές ανάγκες και ανάγκες υποδοχής των ανηλίκων, καθιστά εξαιρετικά αμφίβολη τη δυνατότητα ασφαλούς μεταφοράς τους σε τρίτη χώρα. Συνεπώς, το σχέδιο νόμου θα πρέπει να αξιοποιήσει την προαιρετική ρήτρα του άρθρου 59 του Κανονισμού και να προβλέψει ρητή εξαίρεση όλων των ασυνόδευτων και χωρισμένων από την οικογένειά τους παιδιών από την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄΄ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Άρθρα 135-147: Διαφωνούμε με την κατάργηση του αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής στις υποθέσεις στις οποίες σύμφωνα με τον Κανονισμό καταργείται. Η κατάργηση του αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος στην ταχεία διαδικασία, στη συνοριακή διαδικασία, στις υποθέσεις όπου τεκμαίρεται το απαράδεκτο της αίτησης διεθνούς προστασίας κτλ. επιδεινώνουν την ήδη αποδυναμωμένη από το σύστημα του Νέου Συμφώνου θέση του αιτούντος, καθώς δυσχεραίνουν έτι περαιτέρω τη δυνατότητά του να αμφισβητήσει την απόρριψη του αιτήματός του, προβάλλοντας ουσιώδεις ισχυρισμούς. Η πρόβλεψη του άρθρου 136 περί κατάθεσης, με μέριμνα του αιτούντος και εντός σύντομης προθεσμίας, του συμπληρωματικού αιτήματος παραμονής δεν αποτελεί ισοδύναμο υποκατάστατο του καταργηθέντος αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος, δεδομένου ότι προϋποθέτει επιπλέον ενέργειες εκ μέρους του αιτούντος, επιρρίπτοντάς του ένα αδιευκρίνιστο βάρος απόδειξης. Το νομοσχέδιο δεν προσδιορίζει τα κριτήρια με τα οποία το δικαίωμα παραμονής θα γίνεται δεκτό στις περιπτώσεις που η ενδικοφανής προσφυγή κατά πιθανότητα θα απορριφθεί για τυπικούς λόγους. Επομένως, η προτεινόμενη διαδικασία του αιτήματος παραμονής έχει προσχηματικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κανενός είδους εχέγγυο για το δικαίωμα του αιτούντος σε αποτελεσματική προσφυγή και δικαστική προστασία. Επιπλέον, η παράλειψη του αιτούντος να υποβάλει αίτημα παραμονής μπορεί να οδηγήσει τελικά στην έκδοση απόφασης επιστροφής -εκκρεμούσης της προσφυγής του- και σε τυχόν  παραβίαση της αρχής της επαναπροώθησης. Με τον τρόπο αυτόν μετακυλίεται κατ’ ανεπίτρεπτο τρόπο στον αιτούντα η ευθύνη της Πολιτείας για συμμόρφωση με θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του ασύλου. Ομοίως, φρονούμε ότι το αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα πρέπει να ισχύει και στις περιπτώσεις της άσκησης αίτησης ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Συν τοις άλλοις, το νομικό κατασκεύασμα του αιτήματος παραμονής θα προκαλέσει αδικαιολόγητο φόρτο και καθυστέρηση στο έργο των Επιτροπών Προσφυγών, οι οποίες πέραν της εξέτασης των ενδικοφανών προσφυγών θα προβαίνουν σε έλεγχο και των αιτημάτων παραμονής. 

Διαφωνούμε με την καθιέρωση του κανόνα της αυτοπρόσωπης κατάθεσης της προσφυγής επί ποινή απαραδέκτου. Η προτεινόμενη διάταξη επιρρίπτει ένα δυσανάλογο διαδικαστικό βάρος στον αιτούντα το οποίο πλήττει καίρια την ουσία του δικαιώματος, ενώ ο αιτών σε πληθώρα περιπτώσεων (όταν βρίσκεται σε δομές, σε απομακρυσμένες περιοχές, σε συνοριακή διαδικασία, σε κατάσταση ευαλωτότητας, χωρίς χρήματα για μετακίνηση, με δυσκολίες διερμηνείας κ.α.) αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αυτό. Προτείνουμε η προσφυγή να μπορεί να κατατεθεί είτε αυτοπροσώπως είτε με πληρεξούσιο δικηγόρο, είτε με νόμιμο εκπρόσωπο ή επίτροπο, καθώς και με ηλεκτρονικό ή άλλο ασφαλές μέσο, με απαλοιφή της προτεινόμενης προϋπόθεσης παραδεκτού.

Είμαστε κάθετα αντίθετοι με όλες τις προθεσμίες που θεσπίζονται στο παρόν κεφάλαιο με σκοπό την ταχεία διεκπεραίωση των προσφυγών των αιτούντων, καθώς και με την εντατικοποίηση της εργασίας των υπηρετούντων στις Επιτροπές Προσφυγών διοικητικών δικαστών. Οι προτεινόμενες διατάξεις αποσκοπούν στην υποβάθμιση της φύσης του οιονεί δικαιοδοτικού έργου από τις Επιτροπές Προσφυγών και στη μετατροπή τους σε οιονεί διοικητικά όργανα. Με τις προτεινόμενες διατάξεις αποδυναμώνεται ουσιωδώς το περιεχόμενο και η έκταση του συγκεκριμένου ελέγχου και κατά συνέπεια, υποβαθμίζεται ουσιωδώς η προστασία των αιτούντων, επιπλέον δε, όπως σε όλο το κείμενο του νομοσχεδίου ο αιτών, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, επιφορτίζεται με πλήθος δικονομικών εμποδίων προκειμένου να συζητηθεί η προσφυγή του. Περαιτέρω, θεωρούμε προβληματική τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 10, η οποία επαναλαμβάνει τη ρύθμιση του προγενέστερου νόμου, σύμφωνα με την οποία οι διοικητικοί δικαστές είναι αρμόδιοι και για την έκδοση της απόφασης επιστροφής. Επισημαίνουμε μετ’ επιτάσεως ότι οι διοικητικοί δικαστές, ακόμη και στο πλαίσιο των Επιτροπών Προσφυγών, δεν είναι όργανα της Διοίκησης ούτε ενεργούν κατ’ εντολή της εκτελεστικής εξουσίας. Η έκδοση πράξης επιστροφής άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και πρέπει να εκδίδεται από αμιγώς όργανα της Διοίκησης. Η σύμφυση του δικαστή με πράξεις που ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της εκτελεστικής εξουσίας είναι ιδιαίτερα προβληματική. Συνεπώς, στο επίπεδο των Επιτροπών Προσφυγών πρέπει κατ’ αρχήν να ελέγχεται η νομιμότητα της πράξης επιστροφής, που έχει ήδη εκδοθεί από την Υπηρεσία Ασύλου ή την Αστυνομική Αρχή. Ο έλεγχος δε αυτός πρέπει πάντα να είναι επίκαιρος και πλήρης, υπό την έννοια της εξέτασης όλων των παραγόντων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραβίαση της αρχής της επαναπροώθησης, της απαγόρευσης των βασανιστηρίων και της προστασίας της οικογενειακής ζωής. Εφόσον δε πρόκειται για περιπτώσεις, κατά τις οποίες η απόφαση επιστροφής πρέπει να εκδοθεί το πρώτον από την Επιτροπή Προσφυγών (π.χ. ανάκληση καθεστώτος πρόσφυγα), η τελευταία πρέπει αυτονοήτως να προβαίνει σε έλεγχο συμβατότητας της πράξης που εκδίδει με την αρχή της μη επαναπροώθησης, διαφορετικά αλλοιώνεται ο οιονεί δικαιοδοτικός της χαρακτήρας (βλ. ΣτΕ 535/2026). Τέλος, πρέπει να προβλεφθεί η αρμοδιότητα της Επιτροπής Προσφυγών να απέχει από την έκδοση απόφασης επιστροφής σε περίπτωση που τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Άρθρα 148-151:

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του νομοσχεδίου οι υποθέσεις ταχείας διαδικασίας αντιμετωπίζονται όπως και οι συνοριακές, δηλαδή η συζήτησή τους προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός 10 ημερών από την κατάθεση και οι αποφάσεις επί αυτών εκδίδονται υποχρεωτικά εντός 1 μηνός από τη συζήτηση. Επιπλέον, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης ακύρωσης παραμένει 30 ημέρες, αρχόμενη από την επομένη της ημέρας κοινοποίησης της απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών σύμφωνα με τις προβληματικές, όπως ήδη αναφέραμε, προβλέψεις του άρθρου 120. Τα παραπάνω, αφενός μεν αποστερούν από τον αιτούντα τη δυνατότητα ουσιαστικής προετοιμασίας προς υποστήριξη της υπόθεσής του, αφετέρου δε δημιουργούν συνθήκες αυξημένης πίεσης στα διοικητικά δικαστήρια, υποσκάπτοντας τη δικαστική ανεξαρτησία των διοικητικών δικαστών. Λαμβάνοντας δε υπόψη όλα τα ανωτέρω, περί της αύξησης των προϋποθέσεων παραδεκτού, της επίσπευσης της διαδικασίας εξέτασης ασύλου, του δυσανάλογου βάρους απόδειξης που επιρρίπτεται στον αιτούντα για τη θεμελίωση των ισχυρισμών του και του ελλιπούς συστήματος νομικής συνδρομής που διέπει το σύνολο της διαδικασίας, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών εισηγείται τη μετατροπή του ακυρωτικού ελέγχου των αποφάσεων των Επιτροπών Προσφυγών σε έλεγχο ουσίας, στην κατεύθυνση της προστασίας του δικαιώματος στο άσυλο και της πληρέστερης δικαστικής προστασίας των αιτούντων.

ΜΕΡΟΣ Ε΄ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1349 ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2021/1148 (άρθρα 154-159)

Άρθρα 154-157: Το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού για τη Διαδικασία Επιστροφής στα Σύνορα προβλέπει ότι τα πρόσωπα που υπάγονται σε διαδικασίες επιστροφής στα σύνορα υποχρεούνται να διαμένουν σε τοποθεσίες στα εξωτερικά σύνορα ή πλησίον αυτών ή σε ζώνες διέλευσης, ενώ μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται και άλλες τοποθεσίες εντός της επικράτειας του κράτους. Το άρθρο 5 παρ. 1 προβλέπει ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο έσχατης ανάγκης, εφόσον αποδεικνύεται αναγκαία βάσει ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης και εφόσον άλλα λιγότερο περιοριστικά μέτρα δεν μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά. Ωστόσο, το άρθρο 156 παρ. 1 του σχεδίου νόμου παραπέμπει στο άρθρο 157, το οποίο ρυθμίζει την κράτηση, χωρίς καμία αναφορά σε λιγότερο περιοριστικά μέτρα. Αντίστοιχα, το άρθρο 157 του νομοσχεδίου δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη για εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, ενώ το άρθρο 157 παρ. 1 απαιτεί μεν ατομική απόφαση, αλλά δεν προβλέπει τον έλεγχο αναγκαιότητας ούτε την υποχρέωση εξέτασης λιγότερο καταναγκαστικών μέτρων, κατά παρέκκλιση από τον Κανονισμό. Επομένως, προτείνεται, η τροποποίηση των άρθρων 156 και 157 του σχεδίου νόμου, ώστε να προβλέπονται λιγότερο περιοριστικά μέτρα και εναλλακτικές μορφές της κράτησης για τους υπηκόους τρίτων χωρών που υπάγονται σε διαδικασίες επιστροφής στα σύνορα. Παράλληλα, πρέπει να προβλεφθούν εναλλακτικές τοποθεσίες εντός της επικράτειας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού, τουλάχιστον μέσω εξουσιοδοτικής διάταξης, και ενόψει της ανάγκης να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται υποχρεωτικά πρότυπα ισοδύναμα με τις υλικές συνθήκες υποδοχής και την υγειονομική περίθαλψη των άρθρων 19 και 20 της Οδηγίας για τις Συνθήκες Υποδοχής. Εξυπακούεται ότι ο αιτών διαθέτει όλα τα ένδικα βοηθήματα  που προβλέπονται στις περιπτώσεις κράτησης.

 Άρθρο 158: Εφαρμογή παρεκκλίσεων

Το άρθρο 158 πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται στενά. Η επίκληση κατάστασης κρίσης ή ανωτέρας βίας δεν μπορεί να οδηγεί σε κανονικοποίηση των παρεκκλίσεων ούτε σε αποδυνάμωση των θεμελιωδών εγγυήσεων για την πρόσβαση στο άσυλο. Ιδίως πρέπει να διασφαλίζεται ρητά ότι οι περιορισμοί δεν θίγουν την αρχή της μη επαναπροώθησης, την πρόσβαση σε αποτελεσματική νομική συνδρομή, τον δικαστικό έλεγχο της κράτησης και την προστασία των ευάλωτων προσώπων.

Άρθρο 159: Κόμβοι επιστροφής – return hubs

Το άρθρο 159 παρ. 2 του νομοσχεδίου προβλέπει ότι η εκτέλεση απόφασης επιστροφής που αφορά υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή μπορεί να πραγματοποιείται και μέσω της μεταφοράς του σε τρίτη χώρα που λειτουργεί ως «κέντρο επιστροφής», εφόσον υπάρχει σε ισχύ συμφωνία ή διευθέτηση επιστροφής μεταξύ της Ελλάδας ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή μεταξύ της Ελλάδας και άλλων κρατών μελών, και της εν λόγω τρίτης χώρας. Το άρθρο 4 του ν. 5226/2025 έχει διευρύνει την έννοια της «χώρας επιστροφής», επιτρέποντας επιστροφές και σε χώρες συνήθους διαμονής, ασφαλείς τρίτες χώρες και πρώτες χώρες ασύλου, αντανακλώντας ορισμένες αντίστοιχες προβλέψεις της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για Κανονισμό Επιστροφών. Το άρθρο 159 του νομοσχεδίου διευρύνει περαιτέρω την έννοια της «χώρας επιστροφής», ώστε να περιλάβει τα «κέντρα επιστροφής». Η έννοια των «return hubs» δεν έχει θεσπιστεί στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τον χρόνο της παρούσας νομοθετικής πρότασης και αναμένεται να θεσπιστεί με τον προσεχή Κανονισμό Επιστροφών της ΕΕ. Υπό το πρίσμα αυτό, η εισαγωγή των «return hubs» σε εθνικό επίπεδο στο παρόν στάδιο φαίνεται να προηγείται της θέσπισης ενωσιακού νομικού πλαισίου για την έννοια αυτή.

Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του χρόνου εισαγωγής αυτής της ρύθμισης στην εθνική έννομη τάξη, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών δηλώνει ότι είναι κάθετα αντίθετη με την πρόβλεψη για ίδρυση «κέντρων επιστροφής» σε τρίτες χώρες, καθώς τούτο θέτει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της μη επαναπροώθησης, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και την απαγόρευση αυθαίρετης κράτησης.

ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2024/1347 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΥΠΗΚΟΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ Η ΑΝΙΘΑΓΕΝΩΝ ΩΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΝΙΑΙΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ Η ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2003/109/ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ (άρθρα 160-180)

ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ (άρθρα 160-180)

Άρθρο 163: Ο Κανονισμός 2024/1347 στο άρθρο 14 παρ. 1 περ. ε΄ για την ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα θέτει σωρευτικά δύο προϋποθέσεις, την τελεσίδικη ποινική καταδίκη του δικαιούχου για ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα και να συνιστά τούτος κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται. Αντιθέτως, στην παρ. 4 του νομοσχεδίου ως προϋπόθεση τίθεται μόνο η ποινική του καταδίκη, εκ της οποίας συνάγεται αυτομάτως και η επικινδυνότητά του για το κοινωνικό σύνολο. Επομένως, πρέπει να αλλάξει η διατύπωση της διάταξης και να ενσωματωθεί αυτή του Κανονισμού. Περαιτέρω, η χρήση στην παρ. 3 του όρου «ιδιαιτέρως σοβαρό έγκλημα» πρέπει, ενόψει και της νομολογίας του ΕΔΔΑ, να εξειδικευθεί περισσότερο. Επίσης, στο εν λόγω άρθρο δεν ενσωματώνεται η παρ. 3 του άρθρου 14 του Κανονισμού, ώστε να διασφαλίζεται η απόλαυση τουλάχιστον των δικαιωμάτων των άρθρων 3, 4, 16 και 22, 31, 32 και 33 της Σύμβασης της Γενεύης στην πράξη, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με την ως άνω Σύμβαση, οι άνθρωποι των οποίων το προσφυγικό καθεστώς ανακαλείται ή δεν χορηγείται κατ’ εφαρμογή των παρ. 3 και 4 του άρθρου 163 του νομοσχεδίου, διατηρούν την προσφυγική ιδιότητα. Άλλωστε, σύμφωνα με το ΔΕΕ, το άρθρο 14 παρ. 3 του ανωτέρω Κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ιδίως ως προς το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και την εργασία. Είναι, λοιπόν, απαραίτητη η πρόβλεψη και ρύθμιση του ειδικού καθεστώτος νόμιμης παραμονής που θα παρέχεται στους πρόσφυγες σε περίπτωση ανάκλησης ή άρνησης χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος για λόγους εθνικής ασφάλειας ή κινδύνου για την κοινωνία της χώρας.

Άρθρο 165: Στο άρθρο 84 παρ. 7 του ν. 4939/2022 (Α΄ 111) προβλέπεται η δυνατότητα τροποποίησης των στοιχείων των αιτούντων διεθνή προστασία και μετά τη χορήγηση του εν λόγω καθεστώτος ή την έκδοση τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης, με απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Αρχής. Είναι απαραίτητη η διατήρηση της εν λόγω δυνατότητας, σε συμμόρφωση προς το άρθρο 25 της Σύμβασης της Γενεύης και την αρχή της χρηστής διοίκησης, για την προσήκουσα και ορθή αποτύπωση της αστικής και οικογενειακής κατάστασης των προσφύγων στη Χώρα.

Άρθρο 166: Είναι δόκιμο να προστεθεί στη διάταξη ότι το ενημερωτικό υλικό πρέπει να είναι συντεταγμένο σε γλώσσα που κατανοεί ή πιθανολογείται ότι κατανοεί ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας.

Άρθρο 168: Στο νομοσχέδιο προβλέπεται η χορήγηση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου (ΑΔΕΤ) ισχύος του ελάχιστου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ. 4 του Κανονισμού 2024/1347 (αρχική περίοδος ισχύος τριών ετών για τους δικαιούχους του καθεστώτος πρόσφυγα και ενός έτους για τους δικαιούχους καθεστώτος επικουρικής προστασίας, η οποία ανανεώνεται για τρία και δύο έτη αντίστοιχα). Το χρονικό διάστημα ισχύος της άδειας πρέπει να επεκταθεί πέραν του ελάχιστου, κατά τη γνώμη μας σε πέντε (5) έτη και για τις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες δικαιούχων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο σταθερά αυξανόμενος διοικητικός φόρτος και οι δυσμενείς συνέπειές του για τους δικαιούχους, δεδομένου ότι ο αριθμός των εκκρεμών αιτημάτων ανανέωσης στην Υπηρεσία Ασύλου αυξήθηκε από 2.588 στα τέλη του 2022 σε 5.311 στα τέλη του 2024 και σε 7.640 στα τέλη του 2025, με τουλάχιστον 2.000 αιτήσεις να βρίσκονται σε εκκρεμότητα για παραπάνω από ένα έτος. Κατά το διάστημα της πολύμηνης αναμονής, οι δικαιούχοι αδυνατούν στην πράξη να έχουν πρόσβαση στα δικαιώματα που πρέπει να απολαμβάνουν ως κάτοχοι ΑΔΕΤ. Είναι επιβεβλημένη, επίσης, η κατάργηση της ρύθμισης περί επιβολής προστίμου 100 ευρώ σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής αίτησης ανανέωσης της άδειας διαμονής. Τέλος, είναι αναγκαία η ρητή πρόβλεψη στην παρ. 4 των χαρακτηριστικών επαλήθευσης της βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης που χορηγείται από την Υπηρεσία Ασύλου, ώστε η βεβαίωση αυτή να υποκαθιστά πραγματικά την ΑΔΕΤ μέχρι την παραλαβή της νέας άδειας διαμονής, διότι, ακόμη και μετά την τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4939/2022 με το άρθρο 31 του ν. 5226/2025 (Α΄ 154), οι «βεβαιώσεις δικαιούχου» που εκδίδουν τα Περιφερειακά Γραφεία Ασύλου και τα Αυτοτελή Κλιμάκια Ασύλου εξακολουθούν να μη γίνονται δεκτές από δημόσιες υπηρεσίες, πιστωτικά ιδρύματα και άλλους φορείς, λόγω της απουσίας χαρακτηριστικών επαλήθευσης όπως λ.χ. φωτογραφία, με αποτέλεσμα οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας να αποκλείονται, άνευ δικής τους υπαιτιότητας, από τα δικαιώματα και τις παροχές που συνδέονται με το καθεστώς τους.

Άρθρο 170: Η παρ. 1, περί υποχρέωσης δήλωσης κάθε μεταβολής της διεύθυνσης κατοικίας των δικαιούχων διεθνούς προστασίας εντός εξήντα (60) ημερών από τότε που επήλθε η μεταβολή, επ’ απειλή επιβολής διοικητικού προστίμου 100 ευρώ ή -σε περίπτωση υποτροπής- 200 ευρώ, δεν εξυπηρετεί καμία ανάγκη, ενώ επιπλέον τίθενται και ζητήματα αναλογικότητας της εν λόγω ρύθμισης. Σημειωτέον ότι η πλειοψηφία των προσφύγων καταλήγουν να ζουν άστεγοι και σε συνθήκες ένδειας μετά την εξαναγκασμένη αποχώρησή τους από τις δομές της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή/και την απέλασή τους από άλλα ευρωπαϊκά κράτη στην Ελλάδα. Ο αριθμός των διαδικασιών απέλασης δικαιούχων διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα υφίσταται, μάλιστα, ραγδαία αύξηση, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, με παραπάνω από 9.000 αιτήματα επανεισδοχής αναγνωρισμένων προσφύγων –βάσει της Οδηγίας επιστροφών και όχι του Κανονισμού του Δουβλίνου– μόνο το έτος 2025. Στην περίπτωση δε των άστεγων προσφύγων, τα Περιφερειακά Γραφεία και τα Αυτοτελή Κλιμάκια της Υπηρεσίας Ασύλου αρνούνται να προβούν σε μεταβολή των καταχωρημένων στοιχείων διαμονής χωρίς την προσκόμιση αποδεικτικού διεύθυνσης κατοικίας. Καθίσταται, επομένως, αντικειμενικά αδύνατη η συμμόρφωση των αστέγων δικαιούχων διεθνούς προστασίας με την εισαγόμενη υποχρέωση.

Άρθρο 174: Ο τίτλος του άρθρου πρέπει να αναδιατυπωθεί ως «Κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική αρωγή δικαιούχων διεθνούς προστασίας». Πρέπει να προβλεφθεί ρητώς ότι οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας έχουν ισότιμη πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση, στην έκδοση και ενεργοποίηση Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης και στις σχετικές παροχές, με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους Έλληνες πολίτες. Επιπρόσθετα, πρέπει να προβλεφθεί ρητή εξαίρεση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας από τις υφιστάμενες προϋποθέσεις πολυετούς νόμιμης διαμονής για τη χορήγηση κοινωνικών επιδομάτων, καθώς οι προϋποθέσεις αυτές οδηγούν σε απαγορευμένη έμμεση διακριτική μεταχείριση και αποκλείουν στην πράξη τους πρόσφυγες από βασικά μέτρα κοινωνικής προστασίας. Η μη πρόσβαση σε επιδόματα στέγασης, παιδιού, γέννησης ή στήριξης ηλικιωμένων έχει ως αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός αναγνωρισμένων προσφύγων να ζει χωρίς στέγη, σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν νόμιμο καθεστώς προστασίας. Τέλος, πρέπει να απαλειφθεί η παρ. 2 και η ρύθμιση να ισχύει ομοίως και για τους δικαιούχους επικουρικής προστασίας.

Άρθρα 174 και 175: Το άρθρο 174 παρ. 1 εξαρτά την πρόσβαση των δικαιούχων διεθνούς προστασίας στην κοινωνική πρόνοια (κοινωνικά επιδόματα) από τη συμμετοχή τους σε υποχρεωτικά μέτρα κοινωνικής ένταξης. Παρόλο που το άρθρο 31 παρ. 1 του Κανονισμού 2024/1347 επιτρέπει στα κράτη μέλη να εισάγουν μια τέτοια ρύθμιση, τούτο τελεί υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι τα μέτρα ένταξης είναι προσβάσιμα και παρέχονται δωρεάν. Ωστόσο, το άρθρο 175 του εν λόγω σχεδίου νόμου προβλέπει ότι η συμμετοχή στα μέτρα ένταξης είναι υποχρεωτική και ενδέχεται να υπόκειται στην καταβολή τέλους, στις περιπτώσεις που θεωρείται ότι ο δικαιούχος διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους, υπό τον όρο ότι το εν λόγω τέλος δεν είναι δυσανάλογο. Τούτο εγείρει ανησυχίες ως προς τη συμβατότητά του με τη ρύθμιση του ως άνω Κανονισμού, ιδίως όσον αφορά την απαίτηση ότι η πρόσβαση στα μέτρα ένταξης δεν πρέπει να δημιουργεί οικονομικούς φραγμούς. Επιπλέον, πιθανή εφαρμογή αυτής της διάταξης ελλείψει πλήρως σχεδιασμένων και λειτουργικών προγραμμάτων ένταξης, ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργήσει μία κατάσταση όπου οι δικαιούχοι θα αποκλείονται ουσιαστικά από την πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια, λόγω μη διαθεσιμότητας των ίδιων των μέτρων από τα οποία εξαρτάται η εν λόγω πρόσβαση. Επιπρόσθετα, δεν φαίνεται να υπάρχει σε λειτουργία κάποιος συγκεκριμένος μηχανισμός για την επίσημη πιστοποίηση της συμμετοχής τους στα μέτρα ένταξης, γεγονός που θα μπορούσε να εμποδίσει περαιτέρω την ικανότητα των δικαιούχων να αποδείξουν τη συμμόρφωσή τους με την απαίτηση αυτή και να αποκτήσουν πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια. Τέλος, με την παρ. 1 του άρθρου 175 εξουσιοδοτούνται οι αρμόδιες αρχές να καθορίσουν τις συνέπειες της μη συμμετοχής των δικαιούχων στα μέτρα κοινωνικής ένταξης, ρύθμιση που εγείρει σοβαρές ανησυχίες λόγω της ασάφειάς της, ιδίως υπό το πρίσμα της σοβαρότητας των πιθανών συνεπειών, δηλαδή του αποκλεισμού τους από την κοινωνική πρόνοια.

ΜΕΡΟΣ Ζ΄ (άρθρα 181-211)

Ενσωματώνεται η Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων.

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (άρθρα 212-228)

Συνολικά, οι εν λόγω διατάξεις δεν περιορίζονται σε απλή μεταφορά του Κανονισμού 2024/1351, αλλά κινούνται στο πλαίσιο της κατά το δυνατόν αυστηρότερης ή τουλάχιστον λιγότερο ευέλικτης εφαρμογής του. Η προσέγγιση αυτή υπονομεύει τις διαδικαστικές εγγυήσεις των αιτούντων διεθνή προστασία και εγείρει ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της αναλογικότητας και της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο ενωσιακό δίκαιο. Ειδικότερα:

Άρθρο 216: Η προβλεπόμενη στην παρ. 1 προθεσμία των πέντε (5) ημερών από την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας για τη διεξαγωγή του ελέγχου ασφάλειας είναι πολύ σύντομη. Επιπλέον στην παρ. 2, για τη διενέργεια πρόσθετης εξέτασης, αναφέρεται ότι αρκεί να υπάρχουν «περαιτέρω στοιχεία ή ενδείξεις», ενώ ο Κανονισμός 2024/1351 στο άρθρο 16 παρ. 4 κάνει λόγο για «αιτιολογημένους λόγους».

Άρθρο 217: Η παρ. 2 του εν λόγω άρθρου θεσπίζει αυστηρότερες συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης από τον αιτούντα των υποχρεώσεων του άρθρου 17 του Κανονισμού 2024/1351 από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 18 του εν λόγω Κανονισμού. Ειδικότερα, στο άρθρο 18 του Κανονισμού 2024/1351 η απώλεια των υλικών συνθηκών υποδοχής περιορίζεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο ο αιτών υποχρεούται να βρίσκεται, ενώ η παρ. 2 του άρθρου 217 επεκτείνει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης όχι μόνο στη στέρηση των υλικών συνθηκών υποδοχής, αλλά και στη σιωπηρή (τεκμαιρόμενη) απόσυρση της αίτησης ασύλου, παραπέμποντας στο άρθρο 41 του Κανονισμού 2024/1348 και στο άρθρο 125 του σχεδίου νόμου. Όμως, η πρόσθετη αυτή συνέπεια δεν προβλέπεται στον Κανονισμό 2024/1351, ο οποίος δεν συνδέει τη μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις παρουσίας με την απώλεια του ίδιου του δικαιώματος εξέτασης της αίτησης. Ως εκ τούτου, με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται μία βαρύτατη κύρωση που δεν προβλέπεται στον Κανονισμό, η υιοθέτηση της οποίας μπορεί να αποδυναμώσει την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, επηρεάζοντας επιπλέον δυσανάλογα ευάλωτες ομάδες, όπως λ.χ. οι ασυνόδευτοι ανήλικοι.

Επιπρόσθετα, με την παρ. 3 του άρθρου 217 εισάγεται ένα ιδιαιτέρως περιοριστικό πλαίσιο για την ελευθερία κίνησης και τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που μεταφέρονται στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Κανονισμού 2024/1351, το οποίο υπερβαίνει τα όρια που θέτουν το ενωσιακό δίκαιο και η αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, τα πρόσωπα που αφορά η εν λόγω διάταξη πρέπει να διαμένουν υποχρεωτικά σε περιφερειακές υπηρεσίες της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης, επιβάλλεται δε σε βάρος τους και περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας ή κράτηση. Η επιβολή των μέτρων αυτών γίνεται αυτομάτως, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κανονισμού 2024/1351, η κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, επιτρεπτό μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις (ύπαρξη κινδύνου διαφυγής ή λόγων δημόσιας ασφάλειας, ατομική αξιολόγηση, αναλογικότητα και απουσία λιγότερο επαχθών εναλλακτικών μέτρων).

Άρθρο 219: Στην παρ. 2 προβλέπεται αποκλεισμός του δικαιώματος δωρεάν παροχής νομικής συνδρομής όταν ο αιτών εκπροσωπείται ήδη από δικηγόρο. Αντιθέτως, στην παρ. 7 του άρθρου 21 του Κανονισμού 2024/1351, προβλέπεται μόνο η δυνατότητα θέσπισης τέτοιου αποκλεισμού («μπορεί να αποκλειστεί»), γεγονός που καταδεικνύει την υιοθέτηση του αυστηρότερου δυνατού ρυθμιστικού πλαισίου, χωρίς να διασφαλίζεται επαρκώς ότι η εν λόγω εξαίρεση θα εφαρμόζεται κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης και με γνώμονα την αποτελεσματική πρόσβαση του αιτούντος στη διαδικασία.

Άρθρο 220: Προβλέπεται η διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης εντός ιδιαιτέρως σύντομης προθεσμίας επτά (7) ημερών από την υποβολή της αίτησης, σε αντίθεση με την παρ. 3 του άρθρου 22 του Κανονισμού 2024/1351, όπου προβλέπεται η διεξαγωγή της «εγκαίρως» και πάντως πριν από την υποβολή αιτήματος αναδοχής. Με τον τρόπο αυτό δεν κατοχυρώνεται θεσμικά η αναγκαία ευελιξία, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η ουσιαστική προετοιμασία του αιτούντος όσο και η ποιότητα της διαδικασίας.

Επιπλέον, στην παρ. 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπεται προθεσμία πέντε (5) ημερών για τη συμπλήρωση του φακέλου του αιτούντος, σε περίπτωση που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να προσκομίσει κατά την προσωπική του συνέντευξη όλα τα αναγκαία στοιχεία. Ωστόσο, ούτε ο Κανονισμός 2024/1351 ούτε η σχετική εκτελεστική νομοθεσία της Ένωσης προβλέπουν συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό για την υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων μετά τη συνέντευξη.

Άρθρο 222: Είναι αναγκαία η σαφέστερη γραμματική διατύπωση της διάταξης λόγω της παραπομπής σε πολλές ενωσιακές διατάξεις και της ταυτόχρονης αναφοράς σε προθεσμίες που επικαλύπτονται, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη προθεσμία των δύο εβδομάδων διαφέρει από την προθεσμία των δύο μηνών του άρθρου 39 του Κανονισμού 2024/1351, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη με τη χρήση της φράσης «και σε κάθε περίπτωση», χωρίς να διευκρινίζονται σαφώς οι προϋποθέσεις εφαρμογής κάθε μιας εκ των εν λόγω προθεσμιών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανασφάλειας δικαίου και έλλειψης προβλεψιμότητας της διαδικασίας για τον αιτούντα.

Άρθρο 223: Στην εν λόγω διάταξη προβλέπεται ότι με την απόφαση μεταφοράς ανακαλούνται και οι σχετικές συνθήκες υποδοχής του αιτούντος, πρόβλεψη η οποία δεν υπάρχει στην παρ. 2 του άρθρου 42 του Κανονισμού 2024/1351 ως αυτόθροη συνέπεια της έκδοσης της ανωτέρω απόφασης. Η εισαγόμενη ρύθμιση εκθέτει τους αιτούντες άσυλο σε κίνδυνο έλλειψης στέγασης αμέσως μετά την κοινοποίηση της απόφασης μεταφοράς και μέχρι την εκτέλεσή της καθώς και σε κίνδυνο να βρεθούν σε αδυναμία μετακίνησής τους από και προς το σημείο αναχώρησης.

Άρθρο 224: Η προβλεπόμενη προθεσμία των επτά (7) ημερών για την άσκηση προσφυγής στο πλαίσιο εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων και των δέκα (10) ημερών στις λοιπές περιπτώσεις κινείται μεν εντός των ορίων που θέτει το άρθρο 43 παρ. 2 του Κανονισμού 2024/1351 (τουλάχιστον μία εβδομάδα και έως τρεις εβδομάδες), πλην όμως υιοθετεί το κατώτατο δυνατό χρονικό όριο. Με τον τρόπο αυτό, η διάταξη εξαντλεί το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας προς την κατεύθυνση της αυστηρότερης δυνατής ρύθμισης, περιορίζοντας στην πράξη τον χρόνο που διαθέτει ο αιτών για την προετοιμασία της προσφυγής του και την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

ΜΕΡΟΣ Β΄ (άρθρα 229-237)

Γενικότερα, ως προς τον Κανονισμό 2024/1359, αξίζει να αναφερθεί ότι έχει εισαγάγει σοβαρότατες παρεκκλίσεις από κρίσιμες προστατευτικές διατάξεις σε τομείς όπως λ.χ. η καταγραφή των αιτήσεων ασύλου, με συνέπεια την έλλειψη ασφάλειας δικαίου και τη στέρηση ή έστω την καθυστέρηση της πρόσβασης των προσφύγων σε δικαιώματα και διαδικασίες. Οι παρεκκλίσεις από τους κανόνες εξέτασης των αιτήσεων ασύλου βάσει του ίδιου Κανονισμού, με κύριο αντικείμενο τη γενικευμένη εφαρμογή της συνοριακής διαδικασίας ασύλου του άρθρου 43 του Κανονισμού 2024/1347, συνεπάγονται την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον εγκλωβισμό ακόμη περισσότερων προσώπων σε ακατάλληλες συνθήκες διαβίωσης και σε διαδικασίες που δεν εγγυώνται δίκαιη και αποτελεσματική αξιολόγηση των αιτημάτων τους. Περαιτέρω, ως προς τις ειδικότερες ρυθμίσεις, παρατηρούμε τα εξής:

Άρθρο 231: Οι αόριστες νομικές έννοιες της «κρίσης» και της «ανωτέρας βίας» δεν εξειδικεύονται καθόλου, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο διεύρυνσης εξαιρετικών μέτρων σε βάρος θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων διεθνή προστασία. Η εμπειρία προηγούμενων ετών καταδεικνύει ότι τέτοιες ρυθμίσεις οδηγούν συχνά σε παρατεταμένη εφαρμογή παρεκκλίσεων, υποβάθμιση διαδικαστικών εγγυήσεων και μετατροπή των εξαιρέσεων σε κανονικότητα. Οι σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να εφαρμόζονται περιορισμένα, σε πλήρη συμμόρφωση προς τις επιταγές του ενωσιακού δικαίου, την αρχή της αναλογικότητας και τις εγγυήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ιδιαίτερες εγγυήσεις πρέπει να προβλέπονται για παιδιά και λοιπά ευάλωτα πρόσωπα, των οποίων τα δικαιώματα και οι ανάγκες προστασίας ενδέχεται να επηρεάζονται δυσανάλογα στο πλαίσιο μηχανισμών αντιμετώπισης κρίσεων και έκτακτων καταστάσεων.

Άρθρα 236 και 237: Οι διατάξεις αυτές πρέπει να απαλειφθούν, διότι αντίκεινται στον Κανονισμό 2024/1359 περί αντιμετώπισης καταστάσεων κρίσης και ανωτέρας βίας στον τομέα της μετανάστευσης και του ασύλου. Συγκεκριμένα, με αυτές εισάγεται η δυνατότητα να λαμβάνονται με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου επιπλέον εθνικά μέτρα από όσα ορίζει ο ως άνω Κανονισμός σε περίπτωση κρίσης ή ανωτέρας βίας (κατά το νοηματικό περιεχόμενο που έχουν οι έννοιες αυτές στα οριζόμενα σε αυτόν). Ωστόσο ο Κανονισμός 2024/1359 ορίζει εξαντλητικά τόσο τη διαδικασία όσο και τα μέτρα που μπορούν ληφθούν στις ανωτέρω περιπτώσεις, χωρίς να καταλείπει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια υιοθέτησης, με εθνικές διατάξεις, άλλων ή επιπλέον μέτρων. Κατά συνέπεια, οι επίμαχες διατάξεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο εν τοις πράγμασι εισαγωγής του μέτρου της «αναστολής ασύλου», το οποίο απαγορεύεται από τον Κανονισμό.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                      Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΝΕΣΣΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΝΤΕΓΚΑ                ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ

ΕΦΕΤΗΣ Δ.Δ.                                             ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ  Δ.Δ.