ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ
ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος
Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24
Τηλ 210-6996688 και 210-6980777
FAX: 210-6998848
e-mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 1-4-2026
Αρ.πρ. 54
ΥΠΟΜΝΗΜΑ- ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ
ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Επί του Σ/Ν του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας με θέμα «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη».
Αντικείμενο του Σ/Ν, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού, είναι , μεταξύ άλλων, η σύμπραξη της Διοίκησης με πιστοποιημένους επαγγελματίες, η αντικατάσταση των δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση και η εξέταση ενδικοφανών προσφυγών από κεντρικό όργανο.
Επί του Σ/Ν αυτού επισημαίνουμε κατ’ αρχάς ότι ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας (ν.2690/1999), -που συντάχθηκε και ψηφίστηκε με τη διαδικασία του άρθρου 76 παρ.6 του Συντάγματος, κατόπιν επεξεργασίας του από Επιτροπή που άρχισε τις εργασίες της την 1η Οκτωβρίου 1997 και διήρκεσε περί τα δύο έτη, με περιεχόμενο την καταγραφή σε ενιαίο νομικό κείμενο κανόνων διοικητικής διαδικασίας που ήδη προβλέπονταν ή είχαν καθιερωθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων, αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την επικοινωνία και τη διεκπεραίωση των υποθέσεων των πολιτών από τη Διοίκηση-, έχει ήδη υποστεί αλλαγές ανά περιόδους με εισηγήσεις υπουργού διαφορετικού από τον υπουργό Εσωτερικών και Δημόσιας Διοίκησης. Με το παρόν σχέδιο νόμου του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας τροποποιείται εκ νέου. Όμως οι τροποποιήσεις που εισάγονται επιφέρουν ριζική και ουσιώδη αλλαγή του Κώδικα, ανατρέποντας πάγιες αρχές, αφού εκχωρούνται κρίσιμα στοιχεία και αρμοδιότητες της εκτελεστικής λειτουργίας σε ιδιώτες με οριζόντια ρύθμιση, αξιοποιώντας επί της ουσίας τη μη ολοκλήρωση της διαλειτουργικότητας και την ανεπαρκή στελέχωση και υλικοτεχνική υποδομή της Διοίκησης.
Παρατηρούμε επίσης ότι το Σ/Ν περιέχει πλήθος εξουσιοδοτικών διατάξεων που παραπέμπουν σε μελλοντικές κανονιστικές πράξεις, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση ρυθμίσεων, αλλά και αβεβαιότητα ως προς το πραγματικό εύρος και τον τρόπο εφαρμογής των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων. Τέλος, στο Σ/Ν, κατά το μέρος που δεν αφορά την τροποποίηση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας περιλαμβάνονται και θετικές ρυθμίσεις.
Κατόπιν των ως άνω παρατηρήσεων επισημαίνουμε και εισηγούμαστε, ειδικότερα, τα ακόλουθα:
- • Άρθρο 3 («Αντικατάσταση δικαιολογητικών με υπεύθυνη δήλωση- Αντικατάσταση παρ. 6 και προσθήκη παρ.7,8,9 στο άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας – Εξουσιοδοτική Διάταξη»):
Η ρύθμιση έρχεται να «καλύψει» την υποστελέχωση των υπηρεσιών και τη μη ολοκλήρωση της διαλειτουργικότητας, καταργώντας εμμέσως την υποχρέωση αυτεπάγγελτης αναζήτησης δικαιολογητικών, όπως ίσχυε, και συνακόλουθα την άμεση- αυτεπάγγελτη έκδοση πιστοποιητικών βάσει των στοιχείων που η Διοίκηση ήδη διαθέτει. Αντί της ολοκλήρωσης της διαλειτουργικότητας υιοθετείται στο όνομα της δήθεν «γρήγορης εξυπηρέτησης», ένα σύστημα που θα υποχρεώνει τελικά τον πολίτη να προβαίνει σε υπεύθυνες δηλώσεις, προκειμένου να εξυπηρετηθεί, με τον κίνδυνο μάλιστα να βρεθεί έκθετος σε επιβολή διοικητικού προστίμου από 2.000 έως 50.000 ευρώ και σε τέλεση του ποινικού αδικήματος της υποβολής ψευδούς δήλωσης σε περίπτωση εκ των υστέρων διαπιστωθείσας ανακριβούς δήλωσης (βλ. προσθήκη παρ.7). Ο δε κίνδυνος αυτός υφίσταται ακόμη και για όσους πολίτες ενεργούν καλόπιστα, καθώς δεν θα υπάρχει εκ των προτέρων διασταύρωση και επιβεβαίωση στοιχείων. Συνεπώς, η νέα ρύθμιση δεν απλουστεύει, αλλά μετακυλίει την ευθύνη στους πολίτες. Εξάλλου, οι δημόσιες υπηρεσίες που σήμερα αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συνήθεις προθεσμίες διεκπεραίωσης και λειτουργούν χρονίως υποστελεχωμένες, μη διαθέτοντα τα πληροφοριακά συστήματα διαλειτουργικότητας που η διάταξη προϋποθέτει, δεν πρόκειται να ελέγξουν συστηματικά εκατοντάδες ή χιλιάδες ΥΔ εγκαίρως. Με τη ρύθμιση αυτή θυσιάζονται η αρχή της νομιμότητας της δράσης της Διοίκησης και η «ποιότητα» διοικητικής πράξης. Οι δε καταστάσεις που θα δημιουργηθούν βάσει διοικητικών πράξεων που θα εκδίδονται με αυτή τη διαδικασία, θα παραμένουν μετέωρες και αβέβαιες. Ταυτόχρονα, δεν ορίζονται με σαφήνεια ποια δικαιολογητικά αντικαθίστανται από ΥΔ και ποια όχι, ούτε προβλέπεται διαδικασία για τις περιπτώσεις στις οποίες η υπηρεσία δύναται να αμφισβητεί την εφαρμογή της ΥΔ, γεγονός που δημιουργεί ομοίως ένα πεδίο διαρκούς αβεβαιότητας, καθώς ο πολίτης δεν γνωρίζει εκ των προτέρων αν η αίτησή του πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της νέας διαδικασίας, ούτε αν η υπηρεσία θα την αποδεχθεί (ασάφεια ως προς το πεδίο εφαρμογής — ανασφάλεια δικαίου). Κατόπιν αυτών επισημαίνουμε ότι η εφαρμογή της διάταξης αυτής θα οδηγήσει στην επιβάρυνση τόσο των Εισαγγελικών Αρχών (υποβολή ψευδούς δήλωσης, κίνδυνος διακίνησης ψευδών δηλώσεων από πολίτες και υπαλλήλους, κ.λπ.) όσο και των Διοικητικών Δικαστηρίων, καθώς ο έλεγχος της ακρίβειας των ΥΔ θα λαμβάνει χώρα σε χρόνο που θα έχουν ήδη δημιουργηθεί διοικητικές καταστάσεις και θα έχουν ικανοποιηθεί δικαιώματα κ.λπ.
- • Άρθρο 4 («Σύμπραξη της Διοίκησης με πιστοποιημένους επαγγελματίες- Προσθήκη άρθρου 3Α στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας»): Με το άρθρο αυτό αναδεικνύεται η συνειδητή επιλογή της Πολιτείας για τη μη στελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών και την κάλυψη του ελλείμματος αυτού με τη θέσπιση έμμεσης ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών. Παγιώνεται και επεκτείνεται η σύμπραξη ιδιωτών – πιστοποιημένων επαγγελματιών σε όλο το Δημόσιο, στα πρότυπα του e- ΕΦΚΑ (όπου, ωστόσο, είχε θεσμοθετηθεί με προσωρινό χαρακτήρα, βλ. άρθρα 255 και 257 του ν. 4798/2021, με τα οποία θεσπίστηκε η σύμπραξη ιδιωτών -πιστοποιημένων επαγγελματιών στη διαδικασία απονομής συντάξεων από τον ΕΦΚΑ). Στην ίδια λογική, είχαν προηγηθεί πρόσφατα: α) η ανάθεση σε ιδιώτη της συγκρότησης (σε συνεργασία με τον e- ΕΦΚΑ) του διοικητικού φακέλου των υποθέσεων των εκκρεμών υποθέσεων αγωγών συνταξιούχων και β) η θέσπιση της δυνατότητας ανάθεσης σε ιδιώτες (εισπρακτικές εταιρείες) της είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών που διαχειρίζεται το ΚΕΑΟ (άρθρο 215 του ν. 5193/2025). Με το παρόν άρθρο δημιουργείται πλέον παγίως ένα σύστημα, σύμφωνα με το οποίο οι υπηρεσίες, που παρέχονταν μέχρι τώρα από το Δημόσιο δωρεάν, μετατρέπονται σε προϊόντα, οι πολίτες σε πελάτες-λήπτες υπηρεσιών με οικονομική επιβάρυνση και το κράτος σε μεσάζοντα (βλ. παρ. 3 «Οι πιστοποιημένοι επαγγελματίες δύνανται να ασκούν το έργο τους μετά από ανάθεση από διοικούμενους με υπεύθυνη δήλωση… που απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα.».). Κυρίως όμως με τη ρύθμιση αυτή θεσμοθετείται η πάγια «εξυπηρέτηση» των πολιτών μέσω πιστοποιημένων επαγγελματιών, στους οποίους εκχωρείται ουσιώδες τμήμα της εκτελεστικής λειτουργίας με οριζόντια ρύθμιση, ζήτημα εξαιρετικά επικίνδυνο για όλο το φάσμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και για την ασφάλεια των πολιτών εκεί μάλιστα όπου οι κρατικοί έλεγχοι ήδη είναι ανεπαρκείς (βλ. ενδεικτικά το πρόσφατο δυστύχημα στη βιομηχανία μπισκότων).
Επίσης, με το άρθρο αυτό δημιουργούνται σημαντικά ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, λογοδοσίας και ελέγχου αναφορικά με την δράση των εξωτερικών συνεργατών. Προς βελτίωση των ανωτέρω προτείνεται να απαλειφθεί η παραπομπή στο άρθρο 7 ΚΔΔ και να εισαχθεί αυτοτελής κανόνας αμεροληψίας ειδικά για τους πιστοποιημένους επαγγελματίες.
- • Άρθρο 5: «Ψηφιακή ενημέρωση για τη διεκπεραίωση υποθέσεων των διοικουμένων – Τροποποίηση παρ.5 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας» και άρθρο 9 «Υποβολή και παρακολούθηση καταγγελιών για διαφθορά ή κακοδιοίκηση – Προσθήκη άρθρου 24Α στο ν.4795/2021»: Το νομοσχέδιο, με το άρθρο 5 εισάγει νέες πειθαρχικές ευθύνες για τους διοικητικούς υπαλλήλους χωρίς να εξετάζει τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών (υποστελέχωση και τη μη ύπαρξη σε πολλές υπηρεσίες των ψηφιακών συστημάτων μέσω των οποίων υποτίθεται ότι θα ενημερώνεται ο πολίτης) και χωρίς να αποσαφηνίζεται η βαρύτητα του παραπτώματος (η παραπομπή στο άρθρο 107 ΚΔΥ χωρίς εξειδίκευση ποιου παραπτώματος εφαρμόζεται είναι νομικά ελλιπής εκτός και από επικίνδυνη για τους δημοσίους υπαλλήλους). Είναι σαφές ότι αυτή η ρύθμιση θα γεννήσει διοικητικές διαφορές (κατά της επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων, μέτρων κλπ). Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 9, στο οποίο προβλέπεται Αυτοτελές Γραφείο Συμβούλου Ακεραιότητας, στο οποίο θα «υποβάλλονται καταγγελίες για διαφθορά ή κακοδιοίκηση των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα, όπως ενδεικτικά για υπέρμετρες καθυστερήσεις κατά την ικανοποίηση αιτημάτων…». Η ρύθμιση αυτή παραγνωρίζει ομοίως την ανεπάρκεια των δημόσιων υπηρεσιών σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την έγκαιρη διεκπεραίωση των αιτημάτων των πολιτών. Η θέσπιση γραφείου καταγγελιών δεν επιλύει τις καθυστερήσεις, που οφείλονται στο πρόβλημα της υποστελέχωσης. Χωρίς την ουσιαστική λύση αυτού του προβλήματος, η εν λόγω ρύθμιση θα αποφέρει μόνο διαφορές ενώπιον της Δικαιοσύνης (ποινικής και διοικητικής).
- • Άρθρο 6 «Υποχρεωτική ανάρτηση εγκυκλίων οδηγιών – Προσθήκη άρθρου 5Α στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας».
Η αναγωγή των «εγκυκλίων οδηγιών» σε αντικείμενο ρύθμισης του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και η «θεσμοποίησή» τους προβληματίζει σε σχέση με την αρχή της νομιμότητας και τους συνταγματικούς κανόνες. Οι εγκύκλιες οδηγίες δεν γεννούν δίκαιο, στερούνται εκτελεστού χαρακτήρα, δεν αποτελούν κανόνες δικαίου, δεν εκδίδονται βάσει συνταγματικώς προβλεπομένων διαδικασιών. Μόνο οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι έχουν εκτελεστό χαρακτήρα όταν δεν περιορίζονται στην απλή επανάληψη του κειμένου που ερμηνεύουν και έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, -περιέχουν ρύθμιση που προσθέτει κάτι στο ισχύον δίκαιο. Κι ενώ το άρθρο αφορά εγκύκλιες οδηγίες, οι διατάξεις του ν.4727/2020 που αναφέρονται στην εν λόγω ρύθμιση, αφορούν σε ανάρτηση και ισχύ εκτελεστών πράξεων και «ερμηνευτικών εγκυκλίων». Συνεπώς, δεν πρέπει να υποτιμάται ότι με τον τρόπο αυτό («θεσμοποίηση» εγκυκλίων οδηγιών στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) υπάρχει ο κίνδυνος η Διοίκηση να ακολουθεί τις «θεσμοποιημένες» εγκυκλίους πιο επιτακτικά, ακόμη και εάν δεν αυτές εξαντλούνται στην επανάληψη των ρυθμίσεων του νόμου, ή εάν η ερμηνεία που περιέχεται σε αυτές έρχεται σε αντίθεση με τη γνήσια βούληση του νομοθέτη. Ο δε πολίτης παραμένει απροστάτευτος, διότι οι «εγκύκλιες οδηγίες» δεν προσβάλλονται στα διοικητικά δικαστήρια.
- • Άρθρο 8 (« Διοικητικός μηχανισμός για τη συμμόρφωση της Διοίκησης με δικαστικές αποφάσεις – Προσθήκη άρθρου 10Α στο ν.4975/2021»): Θεωρούμε ότι η συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις πρέπει να παραμείνει αποκλειστική αρμοδιότητα των νομικών υπηρεσιών και των αρμόδιων οργανικών μονάδων. Αντί του άρθρου 10Α, θα μπορούσε να προστεθεί στο ήδη υπάρχον άρθρο 10 παρ. 2 ν. 4795/2021 μόνο η παρ. 2 του προτεινόμενου άρθρου 10Α «Η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου παρακολουθεί τη συνολική συμμόρφωση του φορέα στις δικαστικές αποφάσεις, διαπιστώνει συστημικά προβλήματα και διατυπώνει εισηγήσεις για την επίλυσή τους»
- • Άρθρο 10 «Ενιαία Εφαρμογή νομοθεσίας επί ενδικοφανών προσφυγών – Προσθήκη άρθρου 25Α στον κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας»
Με το άρθρο αυτό συστήνονται νέα κεντρικά όργανα εξέτασης ενδικοφανών προσφυγών, ενώ ορίζεται ότι «δεν επιτρέπεται η εξέταση ενδικοφανών προσφυγών από όργανα με καθορισμένη τοπική αρμοδιότητα.». Τα δε προϋφιστάμενα τοπικά όργανα καταργούνται ή συγχωνεύονται σε ενιαία κεντρικά όργανα εξέτασης ενδικοφανών προσφυγών. Μάλιστα προβλέπεται ότι σε περίπτωση που η ενδικοφανής προσφυγή έχει υποβληθεί σε περιφερειακή υπηρεσία του φορέα παρέχεται η δυνατότητα στον διοικούμενο να επιλέξει εάν θα συμμετέχει στη συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης (δεδομένης της απόστασης) ή με αυτοπρόσωπη παρουσία. Η συγκεκριμένη προσθήκη στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας έρχεται στην ουσία να μειώσει την ίδια τη διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής, τη δυνατότητα δηλαδή του πολίτη να αμφισβητήσει ευχερώς τις πιθανές εσφαλμένες πράξεις της διοίκησης και να αιτηθεί τη θεραπεία τους πριν προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια.
Ενδεικτικό παράδειγμα των επιτροπών εξέτασης ενδικοφανών προσφυγών αποτελούν οι Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές (ΤΔΕ) του e-ΕΦΚΑ, όπου εξετάζονται ενστάσεις και προσφυγές κατά αποφάσεων ασφαλιστικού περιεχομένου, επιλύοντας τοπικές υποθέσεις και προστατεύοντας τα δικαιώματα των ασφαλισμένων, δηλαδή ζητήματα με ιδιαίτερη βαρύτητα για τους ασφαλισμένους, που συνήθως αφορούν χρόνο ασφάλισης, αναγνώριση ενσήμων, αναρρωτικές άδειες, εργατικά ατυχήματα, παροχές κ.λπ. Η διαδικασία ενώπιον των ΤΔΕ παρέχει στον διοικούμενο τη δυνατότητα ουσιαστικής επανεξέτασης πράξεων της διοίκησης πριν την προσφυγή στη δικαιοσύνη, με ακρόαση αυτού. Για τον λόγο αυτό η αποκέντρωση και η εγγύτητα στον πολίτη, ιδίως σε αυτές τις περιπτώσεις, αποτελούν βασικές αρχές. Είναι δεδομένο ότι ο τοπικός χαρακτήρας των Επιτροπών δίνει τη δυνατότητα ευχερούς -και χωρίς ιδιαίτερο οικονομικό κόστος (μετάβασης)- πρόσβασης των πολιτών κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσής τους και αυτοπρόσωπης παρουσίας τους. Η δυνατότητα τηλεδιάσκεψης δεν αντικαθιστά σε καμία περίπτωση τη δια ζώσης διαδικασία, οι δε πολίτες απλοί εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, υπερήλικες, κ.λπ., δεν είναι υποχρεωμένοι να είναι εξοικειωμένοι με αυτές τις τεχνολογίες, ώστε να δύνανται να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους με τον ίδιο τρόπο όπως στη δια ζώσης διαδικασία.
Επίσης, σύμφωνα με το νομοσχέδιο η σύνθεση των νέων επιτροπών θα καθοριστεί με αποφάσεις των οργάνων διοίκησης. Επομένως, είναι αβέβαιο εάν θα διατηρηθεί π.χ. η υποχρέωση συμμετοχής εκπροσώπων φορέων στις επιτροπές του ΕΦΚΑ (ενός εκπροσώπου των εργαζομένων και ενός εκπροσώπου των εργοδοτών), όπως ισχύει σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι ο χωρικός προσδιορισμός λειτουργίας και η σύνθεση των Τοπικών Διοικητικών Επιτροπών από υπαλλήλους είτε του Υπουργείου Εργασίας είτε των κατά τόπους υπηρεσιών (της Επιθεώρησης Εργασίας και του ΕΦΚΑ) και από εκπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων και των εργοδοτών, δημιουργεί τις ικανές προϋποθέσεις για την επί της ουσίας εξέταση των ενδικοφανών προσφυγών, καθώς, μεταξύ άλλων, τα μέλη των επιτροπών έχουν γνώση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη π.χ. στα κριτήρια για τον καθορισμό ποσοστού αναπηρίας του e –ΕΦΚΑ Μισθωτών.
- • Άρθρο 11: «Μη άσκηση ένδικων μέσων από τους Φορείς Κεντρικής Κυβέρνησης σε αποφάσεις επί υποθέσεων με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία.».
Θετική ρύθμιση στο σύνολό της.
- • Άρθρα 12-14: «Μη προβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου έναντι τρίτων και αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων τρίτων», «Διαδικασία μη προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου πριν και μετά την άσκηση αγωγής της παρ.2 του άρθρου 6 του ν.2664/1998 ή αίτησης της παρ.3 του άρθρου 6 του ν/2664/1998 και σε κάθε στάδιο της δίκης»: Τίθεται ο προβληματισμός ότι περιορίζεται η δυνατότητα των κρατικών υπηρεσιών να προστατέψουν την πραγματικά κρατική δημόσια έκταση.
- • Άρθρο 16: «Κατάργηση υποχρεωτικής επισύναψης τοπογραφικού διαγράμματος σε συμβόλαια ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχές που έχουν κτηματογραφηθεί»
Η διάταξη αυτή εγκυμονεί κινδύνους τόσο για την ιδιωτική περιουσία όσο και τη Δημόσια Διοίκηση. Το τοπογραφικό διάγραμμα αποτελεί κρίσιμο τεχνικό τεκμήριο για την ακριβή ταυτοποίηση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, τον καθορισμό και τον έλεγχο των ορίων του, τη διαπίστωση συμβατότητας με τα κτηματολογικά δεδομένα, τον έλεγχο των όρων δόμησης και χρήσεων γης, τη διασταύρωση της υφιστάμενης κατάστασης με κυρωμένες πράξεις εφαρμογής, τη διασφάλιση των συναλλασσόμενων και ιδίως του αποκτώντος ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο δεν φέρει πολεοδομικές, χωρικές ή νομικές εκκρεμότητες. Η απουσία τοπογραφικού διαγράμματος κατά τη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων αφαιρεί έναν κρίσιμο τεχνικό έλεγχο που μέχρι σήμερα διασφαλίζει την ακρίβεια και τη σαφήνεια των εμπράγματων συναλλαγών. Είναι δεδομένο πως με τη θέσπιση της μη υποχρεωτικής επισύναψης τοπογραφικού διαγράμματος στα συμβόλαια, ακόμη και στις περιοχές που έχουν κτηματογραφηθεί, αναμένεται να υπάρχουν αστοχίες, επιβαρύνοντας τους ιδιοκτήτες με δυσβάσταχτες χρονοβόρες και κοστοβόρες διαδικασίες, που δύναται να οδηγήσουν πιθανότητα και σε εισαγωγή μεγάλου αριθμού διαφορών στα Δικαστήρια.
- • Άρθρο 17: «Καταβολή φόρου κληρονομίας, δωρεάς ή γονικής παροχής κατά τη μεταβίβαση ακινήτου- Προσθήκη παρ.1 α στο άρθρο 103 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας». Η ρύθμιση είναι θετική. Δίνει τη δυνατότητα για πληρωμή του φόρου κληρονομίας κατά τη μεταβίβαση του κληρονομιαίου ακινήτου. Με τις ισχύουσες ρυθμίσεις όσοι αδυνατούσαν να πληρώσουν τον φόρο κληρονομίας, δεν μπορούσαν να εκποιήσουν το ακίνητο που κληρονόμησαν.
- • Άρθρο 18: «Άρση κατάσχεσης που έχει επιβληθεί από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων – Προσθήκη άρθρου 47Α στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας». Θετική ρύθμιση. Η ΑΑΔΕ θα απελευθερώνει τη μεταβίβαση κατασχεμένου ακινήτου ενόψει μεταβίβασής του, με την προϋπόθεση το τίμημα να μην υπολείπεται της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή έχει προσδιορισθεί κατά τον χρόνο κατάσχεσης και με την προϋπόθεση ότι ένα ποσοστό του τιμήματος (το οποίο θα ορίζει η ΑΑΔΕ με βάση το ποσό της οφειλής και το ποσό που εισπράττεται από τη μεταβίβαση) θα παρακρατείται και θα αποδίδεται από τον Συμβολαιογράφο στην ΑΑΔΕ.
ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΝΕΣΣΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΝΤΕΓΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ
ΕΦΕΤΗΣ Δ.Δ. ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ Δ.Δ.