ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Λ.Ριανκούρ 85, γρ. 217–218, 2ος όροφος

Αμπελόκηποι–Αθήνα, ΤΚ 115-24

Τηλ 210-6996688 και 210-6980777

FAX: 210-6998848

e-mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Αθήνα, 22.10.2025

                                                                                               

 

                        Ψήφισμα  της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της 17.10.2025

            Η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών με το παρόν ψήφισμά της εισηγείται προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης  τις κάτωθι τροποποιήσεις σε συγκεκριμένα άρθρα του ισχύοντος Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας :

            Καθ’ ύλην αρμοδιότητα (άρθρο 6): Οι φορολογικές διαφορές, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, να εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο και σε δεύτερο από το διοικητικό εφετείο, δεδομένου ότι έχει εκλείψει ο λόγος για τον οποίο οι εν λόγω διαφορές καθιερώθηκαν ως διαφορές ενός βαθμού, δηλαδή «η ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισής τους» (βλ. αιτιολογική έκθεση του άρθρου 13 του ν. 3900/2010).

            Κατά τόπο αρμοδιότητα (άρθρο 7):  Αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς να είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η κατοικία του φυσικού προσώπου ή η έδρα του νομικού προσώπου που ασκεί το ένδικο βοήθημα (αγωγή ή προσφυγή), με εξαιρέσεις τις διαφορές περί των ορίων των ο.τ.α. (ως ισχύει σήμερα), τις διαφορές από αγωγές του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ (ως ισχύει σήμερα), πλην εκείνων περί αποδοχών (σε αυτές κανόνας το κριτήριο της κατοικίας, κ.λπ.) και τις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις (ως ισχύει σήμερα). Με την προτεινόμενη τροποποίηση αποκεντρώνεται η κατά τόπον αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, με βάση την αρχή της τοπικής εγγύτητας του πολίτη προς τον φυσικό δικαστή. Στις δε υποθέσεις που θα ισχύει το κριτήριο της κατοικίας/υπηρεσίας/έδρας/τόπου επιχείρησης, ως ανωτέρω, προτείνουμε να προβλεφθεί ότι «σε περίπτωση που περισσότερα πρόσωπα συνδέονται με τον δεσμό της ομοδικίας, αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του οποιοσδήποτε από τους ομοδίκους».

            Διενέργεια διαδικαστικών πράξεων χωρίς δικηγόρο (άρθρο 27 παρ. 2): Το χρηματικό όριο της παρ. 2 του άρθρου 27 να ανέλθει στο ποσό των 3.000 ευρώ, λόγω του δυσβάσταχτου κόστους της δίκης για υποθέσεις χαμηλότερου αντικειμένου και των οικονομικών δυνατοτήτων της πλειονότητας των πολιτών. Επίσης, να οριστεί ότι οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του ΝΣΚ μπορούν να παρίστανται και να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις σε οποιαδήποτε υπόθεση τους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο.

            Προθεσμία άσκησης προσφυγής (άρθρο 66): Πλήρης εξομοίωση των φορολογικών διαφορών με τις λοιπές διοικητικές διαφορές και ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού, ώστε η προθεσμία άσκησης φορολογικής προσφυγής να οριστεί και αυτή σε 60 ημέρες. Προτείνουμε, επίσης, να προστεθεί παράγραφος 7 με το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77), καθώς και άρθρο για την αναστολή των προθεσμιών καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1/7 έως 15/9 για όλες τις διαφορές (συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών-τελωνειακών).

            Έφεση (άρθρο 93): Να καταργηθεί η υποχρέωση προκαταβολής, επί ποινής απαραδέκτου, του 20% του οφειλόμενου με βάση την πρωτόδικη απόφαση κυρίου φόρου, καθόσον εξέλιπε πλέον ο επιτακτικός λόγος, όπως τον είχε δεχτεί ο νομοθέτης τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης (βλ. και την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 22 του ν. 3900/2010).

            Δήλωση αποχής και Αίτηση εξαίρεσης (άρθρα 17-18): Να μην συζητείται η αίτηση εξαίρεσης αν η δήλωση αποχής γίνει δεκτή.

            Παράβολα (άρθρο 277): Να καταργηθούν οι διατάξεις περί αναλογικού παραβόλου και να ισχύει και για τις φορολογικές διαφορές πάγιο παράβολο, όπως προβλέπεται για τις λοιπές διοικητικές διαφορές ουσίας.

            Απλοποίηση της διαδικασίας διακοπής και επανάληψης της δίκης σε περίπτωση θανάτου διαδίκου (άρθρο 140): Η διακοπή της δίκης να επέρχεται σε κάθε περίπτωση που προσκομίζεται με οποιονδήποτε τρόπο στο δικαστήριο ληξιαρχική πράξη θανάτου του διαδίκου.

            Δημιουργία δικαστικού σώματος πραγματογνωμόνων, οι οποίοι θα είναι αποκλειστικής απασχόλησης, με σχέση δημοσίου δικαίου και εχέγγυα ανεξαρτησίας.

Σε συνέχεια δε του υπομνήματος που σας έχουμε ήδη καταθέσει επί της υπηρεσιακής μας κατάστασης, καθώς και της σχετικής ανακοίνωσης της Ένωσης Ευρωπαίων Διοικητικών Δικαστών (AEAJ), εισηγούμαστε την τροποποίηση του άρθρου 207 παρ.1 (υπηρεσιακές μεταβολές), ώστε να διατυπωθεί το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 207 ως εξής: «Επιφυλασσόμενων των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων, ….. για λόγους ανωτέρας βίας, όπως μεταξύ άλλων αναρρωτικής άδειας … ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης …. μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης. Η ως άνω διαδικασία λαμβάνει χώρα υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση τετράμηνης τουλάχιστον συνεχόμενης αναρρωτικής άδειας. Σε όλες τις άλλες άδειες (κύησης, ανατροφής τέκνου, μικρής αναρρωτικής, εκπαιδευτική κλπ.) δεν δύναται να θεωρείται ότι συμπληρώνεται κατά τη διάρκειά τους το προβλεπόμενο στα ως άνω εδάφια οκτάμηνο. Αντιθέτως, αναστέλλεται το οκτάμηνο καθ’ όλο τον χρόνο της άδειας. Η αφαίρεση/επιστροφή της δικογραφίας μεσούσης της άδειας, στο πλαίσιο της ως άνω δυνατότητας του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης ….δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε μομφή ή πειθαρχική-υπηρεσιακή συνέπεια για τον δικαστικό λειτουργό…». Συναφώς, προτείνονται οι αντίστοιχες αλλαγές στα άρθρα 54 και 109 του ΚΟΔΚΔΛ.

            Περαιτέρω, εκφράζουμε τη διαφωνία μας απέναντι στη σχεδιαζόμενη ριζική και δομική μεταρρύθμιση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με την εισαγωγή στη διοικητική δίκη ενός «εμπροσθοβαρούς» συστήματος διατάξεων, που επιβαρύνει τον διάδικο, προσθέτοντας οικονομικά και δικονομικά εμπόδια στην πρόσβασή του στη δικαιοσύνη και μετατοπίζει το κέντρο βάρους της διαδικασίας στο πρώιμο στάδιο της δίκης, αναθέτοντας στον εισηγητή δικαστή έναν ενισχυμένο ρόλο και αυξημένες εξουσίες ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης από την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος έως την έκδοση της οριστικής απόφασης ή την περάτωση της δίκης με άλλο τρόπο.

            Ειδικότερα, σύμφωνα με το Σχέδιο Αναθεωρημένου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας της Γενικής Επιτροπείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ο διάδικος μέσα σε 20 ημέρες από την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος οφείλει να το επιδώσει στους καθ’ ων στρέφεται (επισημαίνουμε ότι σε περίπτωση μη επίδοσης ή εκπρόθεσμης επίδοσης το ένδικο βοήθημα τίθεται στο αρχείο) και εν συνεχεία εντός 30 ημερών να καταθέσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα (εφόσον το υπογράφει δικηγόρος, άρθρο 26 ΚΔΔ), καθώς και να καταβάλει το οφειλόμενο παράβολο (άρθρο 286 ΚΔΔ). Η προτεινόμενη διαδικασία δύναται να οδηγήσει σε δικονομικά απαράδεκτα για πολλούς λόγους. Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο, ο εισηγητής δικαστής αναγκάζεται, με τις παρούσες συνθήκες υποστελέχωσης των δικαστηρίων, να αφιερώνει χρόνο που δεν διαθέτει -αποσπώμενος από το κύριο έργο του, δηλαδή την έκδοση αποφάσεων - προκειμένου να θεραπεύει τις πλημμέλειες της κλήτευσης, να επικοινωνεί με τους διαδίκους, να αποστέλλει ηλεκτρονικά μηνύματα και να διαχειρίζεται τα αιτήματα παράτασης προθεσμιών για την προσκόμιση των νομιμοποιητικών εγγράφων, τα οποία, εξάλλου, μπορεί να έχουν καταστεί ανεπίκαιρα, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω μεταβολών, όπως θάνατος διαδίκου ή πληρεξουσίου, αλλαγή νόμιμου εκπροσώπου ή πτώχευση εταιρείας. Ομοίως, όλη αυτή η προεργασία του εισηγητή μπορεί να αποβεί άσκοπη εάν η προσβαλλόμενη πράξη ανακληθεί ή αντικατασταθεί, όπως συμβαίνει συχνά σε κατηγορίες διαφορών. Τέλος, καμία απειλή χρηματικής ποινής δεν είναι ικανή να οδηγήσει στην εκπλήρωση της υποχρέωσης της Διοίκησης να αποστείλει φάκελο σε 30 ημέρες από την επίδοση του δικογράφου, αφού ο λόγος της μη προσκόμισης είναι η υποστελέχωση της δημόσιας διοίκησης.

            Θεωρούμε ότι μια τέτοια μεταρρύθμιση όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του ανθρώπινου δυναμικού και των υλικοτεχνικών υποδομών των Δικαστηρίων και της Διοίκησης (οργανικά κενά, έλλειψη υπαλλήλων και επίκουρων, ανεπαρκείς χώροι εργασίας κ.λπ.), αλλά ούτε παρίσταται αναγκαία. Αφενός, ο ισχύων Κώδικας, μετά από ένα τέταρτο του αιώνα εφαρμογής του, έχει αποδειχθεί συνεκτικό, ανθεκτικό στον χρόνο και αποδεδειγμένα λειτουργικό νομοθέτημα, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της διοικητικής δίκης. Αφετέρου, σύμφωνα με τις εκθέσεις της CEPEJ και τους Πίνακες Αποτελεσμάτων της ΕΕ στον Τομέα της Δικαιοσύνης (EU Justice Scoreboard) για το έτος 2023, οι δύο βασικοί δείκτες αποδοτικότητας καταδεικνύουν ότι στην Ελλάδα οι διοικητικές υποθέσεις του πρώτου βαθμού απαιτούν κατά μέσο όρο 439 ημέρες (έναντι 322 ημερών του ευρωπαϊκού μέσου όρου) και ότι το ποσοστό εκκαθάρισης φτάνει το 121%, γεγονός που αποδεικνύει ότι το σύστημα όχι μόνο ανταποκρίνεται, αλλά υπερβαίνει τις εισερχόμενες υποθέσεις. Αντιθέτως, τυχόν τήρηση του θεσμού του εισηγητή θα επιφέρει επιβράδυνση του ρυθμού αυτού.

            Ως εκ τούτου διαφωνούμε με την αναγκαιότητα της ριζικής και δομικής αναθεώρησης του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και ειδικότερα με τα εξής άρθρα, διατάξεις και προτάσεις του Σχεδίου Αναθεωρημένου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας της Γενικής Επιτροπείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων: άρθρα 28 (νομιμοποίηση εντός 30 ημερών από την επίδοση δικογράφου, κ.λπ.), 130 (επίδοση δικογράφου), 132 (ορισμός και καθήκοντα εισηγητή), 135 (Δήλωση Εισηγητή, κ.λπ.), τις διατάξεις των παρ. 3δ’, 5, 6 και 7 του άρθρου 81 (εξουσία δικαστηρίου σε περίπτωση προσφυγής), την αύξηση των ορίων του εκκλητού με την παρ.2 του άρθρου 94 (εμμένουμε στο ισχύον πλαίσιο), την κατάργηση της δυνατότητας άσκησης δεύτερης προσφυγής (άρθρο 72) και δεύτερης αγωγής (άρθρο 78), τις προτεινόμενες αλλαγές στην αίτηση επιτάχυνσης – προτίμησης (άρθρο 137, εμμένουμε στο ισχύον πλαίσιο), την προσαγωγή των αποδεικτικών στοιχείων έως τρεις πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση (άρθρο 163, εμμένουμε στο ισχύον πλαίσιο), την κατάθεση υπομνήματος τρεις πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση (άρθρο 151, εμμένουμε στο ισχύον πλαίσιο), την ‘‘κατ’ εξαίρεση’’ απαλλαγή από τη δικαστική δαπάνη με την υποχρέωση συνοπτικής αιτιολογίας (άρθρο 285, εμμένουμε στο ισχύον πλαίσιο), καθώς και με τις διατάξεις, που θεσπίζουν ανά περίπτωση κατ’ αποκλειστικό τρόπο την ηλεκτρονική επίδοση και την κατάθεση διαδικαστικών εγγράφων με ψηφιακά μέσα, ενώ διατηρούμε επιφυλάξεις για τον θεσμό των τεκμηρίων στις επιδόσεις, όσο δεν είναι τεχνικά διασφαλισμένη η ηλεκτρονική απόδειξη παραλαβής ή ανάγνωσης του επιδοθέντος εγγράφου. Τέλος, εκφράζουμε τη διαφωνία μας με τη διατήρηση της διαφοροποίησης της φορολογικής δίκης ως προς την εξουσία του δικαστηρίου (άρθρο 81 παρ.1 εδ.γ) και τις προϋποθέσεις παραδεκτού (προθεσμία, αναστολή προθεσμίας, αναλογικό παράβολο, καταβολή 20% διαφοράς για το παραδεκτό της έφεσης, κ.λπ.), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες προτάσεις μας. Εμμένουμε δε, στη δυνατότητα που προβλέπεται στο ισχύον άρθρο 129 παρ.2 και 4 του Κ.Δ.Δ., ήτοι αναβολή υπόθεσης σε περίπτωση εκπρόθεσμης διαβίβασης εφόσον ζητηθεί από διάδικο, καθώς και αυτεπάγγελτη αναβολή λόγω μη προσκόμισης διοικητικού φακέλου.

            Προτείνουμε όλως επικουρικά να διαγραφεί η παρ.5 β’ του άρθρου 132, να οριστεί σε 7μηνη η προβλεπόμενη στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου 4μηνη προθεσμία, να διαγραφεί το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 135 και να προστεθεί μεταβατική διάταξη που θα προβλέπει ότι «η έναρξη ισχύος των άρθρων 132 και 135 του παρόντος, ορίζεται μετά την ολοκλήρωση διορισμού στα Διοικητικά Δικαστήρια ικανού αριθμού υπαλλήλων κλάδων ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου άρθρου 23 Ν 4798/2021», εννοώντας ως ικανό αριθμό την αντιστοιχία ένας τουλάχιστον επίκουρος ανά δύο δικαστές.    

            Για τον λόγο αυτό, ζητούμε το αυτονόητο: τη συμμετοχή εκλεγμένου εκπροσώπου των διοικητικών δικαστών (ήτοι, μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών) σε κάθε διαδικασία. Να προηγηθεί ουσιαστική και εκτεταμένη διαδικασία διαβούλευσης, προκειμένου να διατυπωθούν οι απόψεις όλων των εμπλεκομένων θεσμικών παραγόντων: της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, των Δικηγορικών Συλλόγων, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αλλά και της Ακαδημαϊκής κοινότητας. Η απουσία μιας τέτοιας ευρείας θεσμικής συμμετοχής δεν συνάδει με τη βαρύτητα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης, ούτε με τις αρχές της θεσμικής συνέχειας που πρέπει να διέπουν κάθε εγχείρημα επέμβασης σε κωδικοποιητικό έργο.                                                                                                

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΝΕΣΣΑ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΝΤΕΓΚΑ

ΕΦΕΤΗΣ Δ.Δ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ Δ.Δ.