ΨΗΦΙΣΜΑ

1.Ως γνωστόν, οι Δικασταί είναι άμεσα όργανα του Κράτους και απολαμβάνουν, κατά το άρθρον 87 του ισχύοντος Συντάγματος, «λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας». Ένεκα της τοιαύτης ιδιότητος των και της φύσεως των ασκουμένων υπ’αυτών καθηκόντων το Σύνταγμα, προέβλεψεν ειδικώς, εν άρθρω 88 παρ.2 όπως αι αποδοχαί των είναι ανάλογοι προς το λειτούργημά των, το οποίον μόνον με το λειτούργημα των λοιπών αμέσων Οργάνων της Πολιτείας δύναται να συγκριθή. Εν όψει τούτων, ανεμένετο ότι το υπό ψήφισιν μισθολόγιον,  θα ετοποθέτει τους δικαστικού λειτουργούς εις την ενδεδειγμένην θέσιν και θα έδιδε εις αυτούς την δυνατότητα, παρά την δυσμενή μεταβολήν των οικονομικών εν γένει συνθηκών, αξιοπρεπούς και αναλόγου προς το λειτούργημά των διαβιώσες και καλύψεως των εκ της ασκήσεως των καθηκόντων των πραγματικών δαπανών, εις ας εν γνώσει της Πολιτείας, υποβάλλονται.

2. Δια του ως άνω μισθολογίου, τα κλιμάκια των βασικών μισθών της δικαστικής ιεραρχίας διεμορφώθησαν διά του συνυπολογισμού εις τον βασικόν μισθόν της 31-12-1977 των επιδομάτων Βιβλιοθήκης και ειδικού. Περαιτέρω παρέχεται χορνοεπίδομα και επίδομα σπουδών, καταργουμένων των τρετιών και του επιδόματος πολυετίας. Το προκύπτον εκ της ρυθμίσεως ταύτης αποτέλεσμα είναι, εν όψει και των ισχυόντων συντελεστών εν τη φορολογία του εισοδήματος, ότι μικρά εντός διετίας αύξησις παρέχεται, ανάλογος περίπου προς την κατ’έτος συνήθως διδομένην. Ούτω, ενώ δημιουργείται η εντύπωσις ότι οι μισθοί των δικαστών αυξάνονται σημαντικώς (κατά ποσοστόν 30% περίπου) διά του νέου μισθολογίου, εν τοις πράγμασι η θέσις των καθίσταται, έναντι των λοιπών λειτουργών προς ους δέον να εξομοιούνται, αλλά και των δημοσίων υπαλλήλων, έτι δυσμενής (πχ μισθός Πρωτοδίκου 31/12/77 δρχ.19.730 + επιδ.Βιβλ.4.295 + ειδ.επίδομα δρχ.2.000 = 26.025 δρχ. έναντι 26.000 Βασ. Μισθού του νέου μισθολογίου ήτοι ονομαστική αύξησις 19.730-26.000 ποσοστόν 30% πραγματική μηδέν).

3.Προς δικαιολόγησιν των γενομένων ρυθμίσεων προβάλλεται η ευνοϊκή μεταχείρισις των δικαστών έναντι των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων. Ανεξαρτήτως όμως του βασίμου ή μή της τοιαύτης συγκρίσεως, δέον να σημειωθή ότι ενώ η σχέσις μεταξύ των βασικών μισθών 2ου Βαθμού δημ.υπαλ. και πρωτοδίκου ήτο 1:2,07, διευρυνόμενη έτι διά του συνυπολογισμού του επιδ.Βιβλιοθήκης (πχ Βασ. Μισθός Δ/ντου Α.3.818, Πρωτοδίκου 7.900 πλέον επίδομα Βιβλιοθήκης) κατά το έτος 1964, αύτη εμειώθη εν συνεχεία μέχρι της 31/12/77 εις 1:1,288 και διά του νέου μισθολογίου περιορίζεται εις 1:1,25 καίτοι εις τον νέον μισθόν του πρωτοδίκου περιλαμβάνεται και το καταργούμενον επίδομα Βιβλιοθήκης. Η σχέσις αύτη καθίσταται έτι μικροτέρα, αν ληφθή υπ’όψιν ότι ο Πρωτοδίκης πλήν του μισθού του ουδέν λαμβάνει ενώ ο Διευθυντής της δημοσ.υπηρεσίας συνήθως αμοίβεται κεχωρισμένως διά συμμετοχήν εις συμβούλια, υπερωρίας, έξοδα κινήσεως κλπ.

4.Ανεξαρτήτως όμως πάσης συνταγματικής επιταγής προς διακεκριμένην μισθολογικήν μεταχείρισιν των δικαστών, ούτοι ως εκ της φύσεως των καθηκόντων των και του όγκου της εργασίας των, εργάζονται πολύ πέραν των ορίων του καθιερουμένου διά τας δημοσίας υπηρεσίας ωραρίου και κατ’αυτάς ακόμη τας Κυριακάς και εορτάς, άνευ, ως ελέχθη, οιασδήποτε προσθέτου αμοιβής διαξάγουσι δε δυσχερή και επίπονον επιστημονικήν εργασίαν, απαιτούσαν ψυχικήν ηρεμίαν και γαλήνην. Ενδεικτικώς σημειούται ότι ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν το δικαίωμα, κατά το άρθρον 77 του Υπαλλ.Κώδικος, να ασκήσουν ιδιωτικόν έργον ή εργασίαν επ’αμοιβή, κατά τας ελευθέρας των ώρας, οι Δικασταί και αν ακόμη είχον ελευθέρας ώρας, μόνον τα καθήκοντα του Καθηγητού Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος δύναται ν’ασκήσουν επ’αμοιβή.

5.Πέραν τούτων είναι ωσαύτως γνωστόν ότι άπαντες οι κρατικοί λειτουργοί χρησιμοποιούν γραφείον εξωπλισμένον, γραφικήν ύλην, τηλέφωνον κλπ παραχωρούμενα υπό της Υπηρεσίας, ενώ οι Δικασταί υποχρεούνται να διατηούν ίδιαις δαπάναις εν τη κατοικία των γραφείον και Βιβλιοθήκην, συνεχώς ενημερουμένην. Αι δαπάναι αύται αι οποίαι δεν βαρύνουν τους λοιπούς λειτουργούς και υπαλλήλους είναι επιβεβλημένον να ληφθούν υπ’όψιν κατά τον προδιορισμόν του μισθολογίου των δικαστών λειτουργών.

6.Είναι προσέτι γνωστόν, ότι διά την κατάληψιν θέσεως δικαστικού λειτουργού, δεν αρκούν αι πανεπιστημιακαί μόνον σπουδαί, αι οποίαι απαιτούνται διά την πρόσληψιν δημοσίου υπαλλήλου Α κατηγορίας, αλλά πέραν αυτών, χρειάζεται άσκησιν δικηγορίας και άδεια του δικηγορείν, ήτοι προσόντα μείζονα του απλού πτυχίου, ως και συμπλήρωσις του 25ου έτους της ηλικίας των. Συνεπώς, είναι αναγκαία η χορήγησις εις τους δικαστάς ηυξημένου επιδόματος σπουδών. Τούτο άλλωστε αποτελεί και κίνητρον διά την προσέλκυσιν ικανών επιστημόνων προς πλαισίωσιν του κλάδου. (Το φαινόμενον μικράς συμμετοχής υποψηφίων εις του διαγωνισμούς Παρέδρων αποδεικνύει την ανυπαρξίαν τοιούτων κινήτρων, εφ’όσον προς κατάληψιν 3 θέσεων Εισηγητού του Συμβουλίου της Επικρατείας εμφανίζονται 8 υποψήφιοι μόνον).

Κατόπν των ανωτέρω η Συνέλευσις

Αποφαίνεται ότι

Πάγιον αίτημα των Δικαστικών Λειτουργών είναι η υπό της Πολιτείας μεταχείρισις των ως αμέσων οργάνων του Κράτους και λειτουργών της τρίτης διακεκριμένης εξουσίας, και ο καθορισμός των αποδοχών των εις ανάλογον ύψος. Ειδικώτερον όμως, εν όψει του υπό ψήφισιν σχετικού νομοσχεδίου και μη παραγνωριζομένων των σημερινών δυσχερών συνθηκών της χώρας μας.

ΖΗΤΕΙΤΑΙ

Η ικανοποίησις των ακολούθων αιτημάτων:

1)Χορήγησις αποζημιώσεως ειδικών συνθηκών εργασίας, προς κάλυψιν των πραγματικών δαπανών των δικαστών διά την διατήρησιν γραφείου, βιβλιοθήκης κλπ, εις ποσοστόν επί του βασικού μισθού του Πρωτοδίκου.

2)Υπολογισμός του επιδόματος σπουδών εις ποσοστόν 30% (αντί του προβλεπομένου 20%) επί του βασικού μισθού του Προέδρου Πρωτοδικών (σχετ.αρθρ.2 παρ.2 νομοσχεδίου).

3)Υπολογισμός του επιδόματος οικογενειακών βαρών εις ποσοστόν επί των αποδοχών του Πρωτοδίκου, αντί του προβλεπομένου επί των αποδοχών του 6ου βαθμού της διοικητικής ιεραρχίας (σχετ.αρθρ.2 παρ.3 Νομοσχεδίου).

4)Υπολογισμός της εκτός έδρας αποζημιώσεως εις το 1/30 των αποδοχών εκάστου βαθμού, αντί του προβλεπομένου επί του βασικού μισθού του Πρωτοδίκου και του Συμβούλου Επικρατείας (σχετ.άρθ.6 νομοσχεδίου).

5)Μείωσις υπέρ των Πρωτοδικών της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού αυτών και των Προέδρων Πρωτοδικών.

6)Υπολογισμός του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας διά τους ήδη υπηρετούντας δικαστάς παντός βαθμού εις ποσοστόν ουχί μικρότερον του ήδη λαμβανομένου, προστιθεμένου εις το δεύτερον εδάφιον της παρ.1 του άρθρου 2 του νομοσχεδίου και του βαθμού του Παρέδρου παρά Πρωτοδίκαις και Εισαγγελίαις και

7)Απάλειψις της διατάξεως της παρ.2 του άρθρου 3 του νομοσχεδίου, ήτις αναφέρεται εις τον μη υπολογισμόν της υπηρεσίας, ήτις απαιτείται ως προσόν διορισμού εις την κατεχομένην θέσιν.