ΨΗΦΙΣΜΑ

Η Έκτακτος Γενική Συνέλευσις των μελών της ΕΝΩΣΕΩΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, λαβούσα υπ’όψιν:

1.- Ότι, κατά την έννοιαν του άρθρου 94 του ισχύοντος Συντάγματος, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια περιεβλήθησαν συνταγματικόν κύρος και δύναμιν, η δ’ανήκουσα ή απονεμομένη εις αυτό δικαιοδοσία εκδικάσεως οιασδήποτε κατηγορίας διοικητικών διαφορών ουσίας δεν δύναται πλέον ν’αφαιρεθή ή να περιορισθή διά κοινού νόμου (πρβλ.Μιχ.Στασινοπούλου «Δίκαιον Διοικητικών διαφορών» εκδ.1964, σελ 113 και 108, Ηλ.Κυριακοπούλου «Ελλ.Διοικ.Δίκαιον», Τομ.Γ εκδ.1962, σελ 7, Θ.Τσάτσου «Προβλήματά τινα εκ του θεσμού των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων» εν θεμ. ΞΕ σελ.223, Αθ.Τσούτου «Δικον.Φορολ.Δίκαιον» εκδ.1965, σελ.30, Παν.Δερτιλή «Γεν.Αρχαί Δημοσιονομικού Δικαίου», Τευχ.Β, εκδ.1863, σελ.105, Ολομ.ΣτΕ 759/1938). Αλλά και πλέον τούτων, η Πολιτεία υποχρεούται, εκ του αυτού άρθρου του Συντάγματος, να δημιουργήση, εντός της απομενούσης διετίας, την κατάλληλον υποδομήν και να υπαγάγη εις τα αυτά δικαστήρια και τας μη υπαχθείσας εισέτι εις ταύτα κατηγορίας διοικητικών διαφορών, εφ’όσον δεν συνέτρεξαν ούτε υφίστανται αντικειμενικώς εξαιρετικοί λόγοι δυνάμενοι να δικαιολογήσουν οιανδήποτε παράτασιν της αρχικώς ταχθείσης πενταετούς (από 11-6-1975) συνταγματικής προθεσμίας.

2.- Ότι το άρθρον 7 του ν.702.1977, (ψηφισθέντος μόλις προ ολίγων μηνών και ομοφώνως υπό της Εθνικής Αντιπροσωπείας) το μεν κατέστησε διαφοράς ουσίας όλας τας εκ της εφαρμογής της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως ανφυομένας διοικητικάς διαφοράς, το δε υπήγαγε ταύτας, κατ’εφαρμογήν του προμνησθέντος άρθρου του Συντάγματος, εις την δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (περπτ.α) και κατένειμε κατά τόπον την αρμοδιότητά των (παρ.6), ούτως ώστε να εξυπηρετήται η ιδέα της αποκεντρώσεως της δικαιοσύνης (κατ’αντίθεσιν προς το προϋφιστάμενον, διά το ΙΚΑ, καθεστώς, καθ’ αι πράξεις των περιφερειακών (τοπικών) διοικητικών επιτροπών προσεβάλλοντο ενώπιον δευτεροβαθμίων επιτροπών, εδρευουσών μόνον εν Αθήναις και Θεσσαλονίκη και αι αποφάσεις τούτων ήγοντο δι αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή, εμμέσως, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων). Περαιτέρω, το άρθρο 8 του ιδίου νόμου εθέσπισε το ένδικον μέσον της αιτήσεως αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας.

3.- Ότι, κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω (υπ’αριθ.1 και 2), αι διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του ν.702/1977 είναι, ως προς την δικαιοδοσίαν των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επί των ειρημένων διαφορών, ως προς την σχετικήν αποκέντρωσιν της δικαιοσύνης και το ένδικον μέσον της αιτήσεως αναιρέσεως, ηυξημένης τυπικής ισχύος και δεν δύναται πλέον να καταργηθή διά νεωτέρου νόμου ή να περιορισθή η δικαιοδοσία και αρμοδιότης των αυτών δικαστηρίων επί των εν λόγω διαφορών ή να μεταβληθή ο ουσιαστικός χαρακτήρ αυτών και να καταργηθή το ένδικον μέσον της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολομ.ΣτΕ 759/1938), δια της επαναφοράς του προ του ν.702/1977 ισχύσαντος καθεστώτος, εφ’όσον μάλιστα η αρμοδιότης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προς εκδίκασιν των αυτών διαφορών ήρχισεν ήδη από 1-4-1978.

4.- Ότι, συνεπώς, είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτος η σήμερον επιδιωκομένη κατάργησις της διά των μνησθεισών διατάξεων του ν.702/1977 εισαχθείσης ρυθμίσεως, η εξαγγελθείσα ήδη υπό του Υφυπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών κ.Αποστολάτου, κατά τας ανακοινώσεις του οποίου είναι σύμφωνος και ο κ.Υπουργός επί της Δικαιοσύνης (Εφημερίδες της 20-5-1978).

5.- Ότι, πέραν των ανωτέρω, προς το συμφέρον κυρίως των ησφαλισμένων: α)Κατέστησαν αρμόδια τα κατά τόπους διοικητικά δικαστήρια ώστε αι υποθέσεις να κρίνωνται κατ’ουσίαν και εις την περιφέρειαν της εκδούσης την πράξιν αρχής, ήτοι, κατά κανόνα, εις την περιφέρειαν της κατοικίας των ενδιαφερομένων πολιτών, επιτυγχανομένης τοιουτοτρόπως οικονομίας χρόνου και δαπάνης, συν τη αποφυγή και των συναφών ταλαιπωριών. β)Δεν εθίγησαν, όπου υπήρχον, αι πρωτοβάθμιοι επιτροπαί, ως συλλογικά όργανα της διοικήσεως των ασφαλιστικών φορέων, εις τάυτας δ’εξακολουθή να συμμετέχη και εκπρόσωπος των ησφαλισμένων. γ)Καταργήθησαν αι αντίστοιχοι δευτεροβάθμιοι επιτροπαί, αι οποίαι, ως όργανα κυρίως της διοικήσεως του ΙΚΑ (και όχι ως δικαστήρια), είχον την έδραν των εις Αθήνας και Θεσσαλονίκης, η κατάργησίς των δ’εγένετο διά την επίσπευσιν της όλης διαδικασίας επιλύσεως των διαφορών και προς απαλλαγήν των ησφαλισμένων εκ της σχετικής αναμονής, ταλαιπωρίας και οικονομικής επιβαρύνσεως. Και δ)Εθεσπίσθη ου μόνον απλή διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, αλλά και ο θεσμός του εισηγητού δικαστού, οριζομένου αμέσως κατά τον ορισμόν της δικασίμου (Προεδρ.Δ/γμα 341/78 αρθρ.33,35), η μετ’αυτού δε συνεργασία των διαδίκων, αλλά και η αυτεπάγγελτος ενέργειά του προς συγκέντρωσιν των αποδεικτικών στοιχείων, είναι πολλαπλώς χρήσιμοι διά τους ησφαλισμένους.

6.- Ότι, κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω (υπ’αριθ.5), όχι μόνον δεν θίγονται τα συμφέροντα των ησφαλισμένων εκ της εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπαγωγής των σχετικών διαφορών και της καταργήσεως των προϋφισταμένων δευτροβαθμίων διοικητικών επιτροπών (ως δεν εθίγησαν και οι φορολογούμενοι εκ της ολοσχερούς καταργήσεως των πάσης φύσεως εκδικαστικών φορολογικών επιτροπών), αλλά και πολλαπλώς θα ωφεληθούν οι εις τας ασθενεστέρας πράγματι τάξεις ανήκοντες εργαζόμενοι.

7.- Ότι, εν συμπεράσματι, δεν πρέπει, και είναι συνταγματικώς ανεπίτρπτον να θιγή το διά του άνω νόμου εισαχθέν καθεστώς, αλλ’αντιθέτως επιβάλλεται όπως η Πολιτεία μεριμνήση διά την δημιουργίαν, το ταχύτερον, των καταλλήλων προϋποθέσεωςν και την, εντός της απομενούσης διετούς συνταγματικής προθεσμίας, υπαγωγήν και των λοιπών διοικητικών διαφορών ουσίας εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, εκπληρούσα ούτω την εκ του άρθρου 94 του Συντάγματος υποχρέωσίν της.

ΨΗΦΙΖΕΙ

Α.Κρίνει ότι η κατάργησις της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, επί των διοικητικών διαφορών των αναφυομένων κατά την εφαρμογήν της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι εκδήλως αντισυνταγματική, αλλά και εν τη πραγματικότητι ασύμφορος τόσον διά τους ασφαλιστικού οργανισμούς όσον και, κυρίως, διά τους ησφαλισμένους.

Β.Επισημαίνει ότι επιβάλλεται η εκ μέρους της Πολιτείας άμεσος δημιουργία της καταλλήλου υποδομής και η εντός της υπολειπομένης διετούς Συνταγματικής προθεσμίας υπαγωγή εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και των λοιπών διοικητικών διαφορών ουσίας. Και

Γ.Εξουσιοδοτεί το Διοικητικόν Συμβούλιον όπως προέλθη εις πάσαν αναγκαίαν και σχετικήν προς τ’ανωτέρω ενέργειαν.

Διά την έκτακτον Γενικήν Συνέλευσιν

Ο Πρόεδρος Οι Γραμματείας
Σωκράτης Επ.Λεκέας Δημητρούλα Μαυρομμάτη / Ελένη Αλεξοπούλου
Πρόεδρος Πρωτοδικών ΔΔ   Πάρεδροι ΔΔ