Πρακτικά Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

της 15ης Μαρτίου 2008

            Το Σάββατο 15 Μαρτίου 2008 συνήλθε στην αίθουσα τελετών του Πολιτιστικού Κέντρου Εντευκτηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, κτίριο «Κωστής Παλαμάς» η ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών. Η Γενική Συνέλευση επέλεξε, αρχικά, προεδρείο, για τη διεύθυνση των εργασιών της, αποτελούμενο από τους: Κωνσταντίνο Σιδερή (Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ.), Νικόλαο Δρόσο (Πρωτοδίκη Δ.Δ.) και Νεκτάριο Στεργίου (Πρωτοδίκη Δ.Δ.).

            Στη συνέχεια έλαβαν το λόγο, κατά σειρά που ζητήθηκε, οι κάτωθι Διοικητικοί Δικαστές:

  • Ειρήνη Γιανναδάκη, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Τόνισε ότι η συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης είναι εθελοντική προσφορά και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως μέσο προσωπικής προβολής διά της ανάληψης αξιωμάτων. Αντιθέτως, η διαχείριση και η διεκπεραίωση των προβλημάτων της Ένωσης συνιστά έργο κουραστικό και ψυχοφθόρο και ότι, πάντως, σε κάθε περίπτωση «η διαχείριση μόνο δεν είναι λύση και δεν οδηγεί σε λύσεις. Πρέπει να έχουμε δράση, κυρίως δράση».

Υπενθύμισε ότι οι Δικαστικές Ενώσεις δεν είναι παντοδύναμες, αλλά ασκούν απλώς πιέσεις, τις περισσότερες δε φορές τα αποτελέσματα των πιέσεων συναρτώνται με την ένταση της διεκδίκησης. Ακολούθως, υποστήριξε ότι οι προσπάθειες όλων πρέπει να επικεντρωθούν στο θέμα της προς τα έξω αναβάθμισης της εικόνας της Ένωσης, τονίζοντας πως τη θεωρεί παράγοντα που μπορεί να διευκολύνει την επίλυση των προβλημάτων του Κλάδου.

Επίσης, πρότεινε να αλλάξει ο τρόπος αντίληψης των οικονομικών διεκδικήσεων, με την έννοια ότι οι συμβιβασμοί είναι αναπόφευκτοι, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για καλούς συμβιβασμούς, θεωρώντας ότι η έκτακτη οικονομική ενίσχυση που έλαβαν οι δικαστές με βάση τη γνωστή Υπουργική απόφαση δεν ανταποκρίνεται στις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί διότι «τα λεφτά που παίρνουμε αντιστοιχούν στο 48% περίπου της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου. Είναι ένας συμβιβασμός. Θεωρούσα ότι μπορούσε να υπάρξει και καλύτερα».

Αναφέρθηκε, εξάλλου, στο χρόνο παραμονής των Δικαστών στον τόπο τοποθέτησής τους εκφράζοντας την απορία της για ποιο λόγο εισήχθη η διετής παραμονή αφ’ ης στιγμής «από την Επιτροπή είχε περάσει ομόφωνα ο ένας χρόνος».

Τέλος, αναφέρθηκε στη συλλογικότητα του έργου όλων των Διοικητικών Συμβουλίων της Ένωσης τονίζοντας πως πολλά από τα θέματα της Ένωσης δρομολογούνται από ένα Διοικητικό Συμβούλιο και στη συνέχεια ολοκληρώνονται από το επόμενο, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι την επιτυχή έκβασή τους θα πρέπει να την πιστώνεται μόνο εκείνο το Δ.Σ. στη διάρκεια της θητείας του οποίου το έργο ολοκληρώνεται.

2) Παναγιώτης Δανιάς, Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Καταρχάς, αναφέρθηκε στα «δηκτικά» σχόλια που κυκλοφορούν για τους απόφοιτους της Σχολής Δικαστών και τόνισε πως κάτι τέτοιο αδικεί τόσο την πλειοψηφία των νέων δικαστών όσο και τους αρχαιότερους δικαστές, διότι οι τελευταίοι δηλώνουν (στη συντριπτική τους πλειοψηφία) ότι συνεργάζονται άριστα με τους νεότερους συναδέλφους και ότι οι μεταξύ τους σχέσεις είναι πάρα πολύ καλές. Απέδωσε δε, τις παραπάνω φήμες σε υστερόβουλη προσπάθεια δημιουργίας κακόβουλων εντυπώσεων σε βάρος των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και δημιουργία τεχνητής έντασης με απώτερο στόχο τη διαίρεση της ενότητας του Κλάδου. Άλλωστε, σημείωσε με έμφαση ότι, σε κάθε περίπτωση «αν υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι δεν φέρονται υπηρεσιακά σωστά και δεν ανταποκρίνονται, υπάρχουν θεσμοθετημένες διαδικασίες επιθεωρήσεων και μπορούν να ανταποδώσουν τα δέοντα. … Ας γίνουν επιθεωρήσεις ουσιαστικές, να μην υπάρχουν ισοπεδωτικά κριτήρια, να ανταμείβονται αυτοί που εργάζονται πραγματικά και να τιμωρούνται αυτοί που δεν εργάζονται».

            Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στην κατάθεση του νομοσχεδίου της Επιτροπής Βροντάκη και εξήρε αυτό διότι κατά τη γνώμη του επιλύει χρόνια προβλήματα οργάνωσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης.

Ακολούθως, αναφέρθηκε στο θέμα της «διετίας» για την παραμονή των διοικητικών δικαστών σε επαρχιακά Πρωτοδικεία και εξέφρασε την άποψη ότι «είναι απαράδεκτο και το έτος» διότι στην περίπτωση που δεν υπάρχουν, κατά το χρόνο συμπλήρωσης της διετίας, κενές θέσεις δικαστών στο διοικητικό πρωτοδικείο Αθηνών τότε η διετία μετατρέπεται, εκ των πραγμάτων, σε τριετία και ούτω καθεξής. Και αυτό αποβαίνει σε βάρος, κυρίως, των αρχαιότερων δικαστών.

Επίσης, εξέφρασε την ικανοποίησή του που παραλείφθηκε το 8μηνο για την έκδοση απόφασης από το σχέδιο νόμου για την επιτάχυνση στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης.

Τέλος, αναφέρθηκε στο θέμα της θέσπισης του νέου μισθολογίου και τόνισε ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αλλάξει η αναλογία του βασικού μισθού του Προέδρου του Ανώτατου κατά Κλάδο Δικαστηρίου με τους αντίστοιχους Πρωτοβάθμιους Δικαστές, γι’ αυτό και ζήτησε τη στήριξη, με κάθε τρόπο, της παραπάνω θέσης από τους εκπροσώπους της Ένωσης που φέρουν μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν του Πρωτοδίκη Δ.Δ..

3) Αγγελική Παπαναγιώτου-Λέζα, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ.

Αρχικά τοποθετήθηκε πάνω στο θέμα του νέου μισθολογίου και υποστήριξε ότι η βάση των προτάσεων της Ένωσης πρέπει να είναι οι αποφάσεις του «μισθοδικείου», και ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι νοητό οι αποδοχές των διοικητικών δικαστών την 01.01.2008 να υπολείπονται έστω και κατά ένα €υρώ, των αποδοχών τους κατά την 31.12.2007.

Τόνισε ότι η κλίμακα υπολογισμού των αποδοχών πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτη, ότι το 1997 η αναλογία 2 προς 1 δεν θεσπίσθηκε τυχαία, αλλ’ ότι ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συγκεκριμένης στόχευσης.

Ακολούθως, αναφέρθηκε στο θέμα των κωλυμάτων που θεσπίστηκαν για τους δικαστές που επιθυμούν να συμμετάσχουν στην αυτοδιοίκηση των Δικαστηρίων. Υποστήριξε ότι η Ένωση πρέπει να επιδιώξει και να επιτύχει την απάλειψη των κωλυμάτων όσον αφορά την εκλογή στην αυτοδιοίκηση και αιτιολόγησε τη θέση της λέγοντας πως τα κωλύματα εκλογιμότητας που θεσπίστηκαν το 2005, πέραν της απαξίας που ενέχουν για το θεσμό της αυτοδιοίκησης των Δικαστηρίων και γενικά για το σύνολο των Δικαστών, αποκλείουν από τη Διοίκηση άτομα άξια, ικανά, με εμπειρία, πρόθυμα να προσφέρουν στο θεσμό. Τόνισε δε ότι κάτι τέτοιο αδικεί κυρίως τα μεγάλα Διοικητικά Πρωτοδικεία της Χώρας, όπως η Αθήνα, ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη.

Επίσης, αναφέρθηκε στο θέμα της στέγασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς την οποία χαρακτήρισε «άθλια» και υποστήριξε ότι είναι ζήτημα ασφάλειας και υγιεινής των Δικαστών και των υπαλλήλων που υπηρετούν εκεί, γι’ αυτό και ζήτησε να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο Ψήφισμα, ειδικά για το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Ακόμη, υποστήριξε ότι η Ένωση πρέπει να «πιέσει» για την προώθηση του νομοσχεδίου της Σχολής Δικαστών, διότι κατά τη γνώμη της «συνεργασία .. παλαιότερης γενιάς Δικαστών, νεότερης γενιάς Δικαστών σαφώς είναι καλύτερη».

Σχολίασε, εξάλλου, το νομοσχέδιο για την εθελουσία έξοδο των δικαστών και ειδικότερα τη ρύθμιση για την αναγνώριση κάποιων ετών δικηγορικής προϋπηρεσίας ως συντάξιμων, επισημαίνοντας ότι η προτεινόμενη αναστολή της καταβολής της σύνταξης σε όσους από τους εθελουσίως αποχωρούντες αναγνωρίσουν έτη δικηγορίας και στη συνέχεια διοριστούν δικηγόροι – πέραν της απαξίας που περιέχει για τους δικαστές - θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα και, για το λόγο αυτό πρέπει να εξαλειφθεί.

Τέλος, αναφέρθηκε στην επικαιρότητα και πιο ειδικά στο θέμα της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, όπως αυτή προκύπτει μέσα από στατιστικές έρευνες που δημοσιεύονται στον Τύπο. Ανέφερε, επί λέξει, ότι «η Δικαιοσύνη βρίσκεται δυστυχώς κάτω και από την “Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία”». Για το λόγο αυτό πρότεινε την έξοδο από την «εσωστρέφεια» και την παρουσίαση στην ελληνική κοινωνία - με πρωτοβουλία των θεσμικών οργάνων της Δικαιοσύνης - των προβλημάτων, των παθογενειών και των αδυναμιών του υφιστάμενου συστήματος απονομής Δικαιοσύνης.

Στη συνέχεια αναγνώσθηκε το ψήφισμα της Συνέλευσης.

4) Νικόλαος Διακονικολάου, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Αναφέρθηκε στο ζήτημα της αξίωσης της Ένωσης για θέσπιση Εθνικού Συμβουλίου για τη Δικαιοσύνη υπενθυμίζοντας ότι δεν αναπτύχθηκε κάποια συνδικαλιστική αγωνιστική δράση έτσι ώστε να δρομολογηθεί η υλοποίηση αυτής της αξίωσης. Για το λόγο αυτό ζήτησε να συμπεριληφθεί και στο σημερινό Ψήφισμα το αίτημα για συγκρότηση Εθνικού Συμβουλίου για τη Δικαιοσύνη ώστε «να βάλουμε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, όλες τις κοινωνικές δυνάμεις μέσα στο παιχνίδι, μέσα στο ζήτημα της Δικαιοσύνης. Όλοι να έχουν λόγο μέσα σε ένα Εθνικό Συμβούλιο της Δικαιοσύνης και να είναι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις του Συμβουλίου αυτού και για την υλοποίηση των αποφάσεων του».

Ακολούθως, αναφέρθηκε στο θέμα της συγκρότησης και της δομής της Διοικητικής Δικαιοσύνης στη χώρα μας και ζήτησε να προβληματιστεί η Ένωση για το μέλλον της Διοικητικής Δικαιοσύνης σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Τάχθηκε υπέρ των αλλαγών, σε μακροπρόθεσμη βάση, και υποστήριξε ότι δύο είναι οι δρόμοι που ανοίγονται για το μέλλον των Διοικητικών Δικαστηρίων: είτε η πλήρης ενοποίηση Διοικητικών Δικαστηρίων και Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε η δημιουργία ξεχωριστού Αναιρετικού Δικαστηρίου, που θα στελεχώνεται από τακτικούς διοικητικούς δικαστές, και το οποίο δεν θα λειτουργεί με όρους αντιπαλότητας προς το Σ.τ.Ε. αλλά συμπληρωματικά.

5) Αγγελική Λαϊνιώτη, Εφέτης Δ.Δ.

Αναφέρθηκε στο θέμα του νέου μισθολογίου, που βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις και συμφώνησε ότι η μεταβολή της υφιστάμενης αναλογίας 1 προς 2 σε 1 προς 3 θα συνιστούσε κατακρημνισμό των αποδοχών των κατώτερων στη βαθμολογική κλίμακα δικαστών. Τόνισε ωστόσο ότι η ζημία θα είναι συλλογική και γι’ αυτό ζήτησε την έντονη αντίδραση της Ένωσης σ’ αυτό το ενδεχόμενο.

Επίσης, πρότεινε να ισχύσει η πλήρης μισθολογική προαγωγή όπως γινόταν με το μισθολόγιο του 1986 και όχι με το μισθολόγιο του 1997.

Υποστήριξε δε ότι θα πρέπει η Ένωση, προκειμένου να μπορέσει να ασκεί μεγαλύτερες πιέσεις στο μέλλον, να εξετάσει το ενδεχόμενο της καθιέρωσης του θεσμού της απεργίας, κατά το Πορτογαλικό πρότυπο.

Τέλος, αναφέρθηκε στο θέμα της σύμβασης για το περιοδικό Διοικητική Δίκη τονίζοντας ότι είναι έργο του προηγούμενου Διοικητικού Συμβουλίου και ζήτησε να ληφθούν μέτρα ώστε να αυξηθούν τα δικαιώματα της Ένωσης από την οικεία σύμβαση για το 2007.

6) Δημήτριος Σταθόπουλος, Εφέτης Δ.Δ.

Συμφώνησε ότι πρέπει να προωθηθεί η υλοποίηση της πρότασης για τη συγκρότηση Εθνικού Συμβουλίου για τη Δικαιοσύνη, διότι, κατά την άποψή του, μέσω αυτού του οργάνου «θα μπορούσαν να έχουν λυθεί πάρα πολλά θέματα, να ξέρουμε απευθείας τι γίνεται ανά πάσα στιγμή όταν ένα νομοσχέδιο φθάνει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης».

Τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της μισθολογικής αναλογίας 1 προς 2 και ζήτησε να προωθηθεί το θέμα της αναγνώρισης των ετών της δικηγορίας, έστω και αν αυτό σημαίνει δυνατότητα αναγνώρισης τριών (3) μόνον ετών.

Επίσης, αναφέρθηκε στο συνταξιοδοτικό των δικαστικών λειτουργών και διατύπωσε την πρόβλεψη ότι το ασφαλιστικό ζήτημα των υπόλοιπων επαγγελματικών Κλάδων αργά ή γρήγορα θα αγγίξει και τους ασφαλισμένους του Δημοσίου, δηλαδή και τους δικαστές. Για το λόγο αυτό πρότεινε να συνεργαστεί η Ένωση Διοικητικών Δικαστών με την ΑΔΕΔΥ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί από κοινού μία ενδεχόμενη απόπειρα ασφαλιστικής μεταρρύθμισης που θα έθιγε, πιθανώς, κεκτημένα δικαιώματα των δικαστών.

Τέλος, αναφέρθηκε στη φημολογία για τη δημιουργία Αναιρετικού Δικαστηρίου «α΄ και β΄ ταχύτητας» και τάχθηκε υπέρ της έναρξης προσπαθειών για τη συγκρότηση ενός μόνο και ενιαίου Αναιρετικού Δικαστηρίου των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

7) Κωνσταντίνος Σιδερής, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Τόνισε τη σημασία της προβολής του κλάδου προς τα έξω. Πρότεινε να δημιουργηθεί ένα γραφείο τύπου στο Διοικητικό Συμβούλιο ώστε να στέλνονται σημαντικές αποφάσεις των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων σε περίληψη και στη συνέχεια να πηγαίνουν στις εφημερίδες.

Αναφέρθηκε στο μισθολογικό των δικαστών και επισήμανε την ανάγκη της συνεργασίας μεταξύ της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης, ώστε το δεύτερο να εφοδιάζεται με διαπραγματευτικά όπλα από την πρώτη.

8) Γεώργιος Φαλτσέτος, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ. (Πρόεδρος της Ένωσης Δ.Δ.)

Επισήμανε την ανάγκη να αυξηθούν τα μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης από 7 σε 9. Αναφέρθηκε στις προσπάθειες για τη διαγραφή του οκταμήνου από το σχέδιο νόμου και διαβεβαίωσε ότι η αναλογία 2 προς 1 στο θέμα του μισθολογίου είναι αδιαπραγμάτευτη. Ωστόσο, εξέφρασε επιφύλαξη  σχετικά με τον τρόπο αντίδρασης σε ενδεχόμενη «διατάραξη» αυτής της αναλογίας με ευθύνη του Υπουργού, δεδομένου ότι «η λύση του μισθολογικού δεν είναι μόνο ζήτημα δικό μας. Είμαστε πέντε Ενώσεις … δυστυχώς δεν βλέπω να υπάρχει δυνατότητα να φτιάξουμε Επιτροπές, να κάνουμε Συμβούλια, παρασυμβούλια και τέτοια».

            Επίσης αναφέρθηκε στην έκτακτη οικονομική ενίσχυση των δικαστών και εξήγησε για ποιο λόγο δεν ονομάσθηκαν αναδρομικές αποδοχές και τόνισε ότι η Ένωση επέμεινε στη διαμόρφωση του νέου μισθολογίου με βάση την απόφαση του «Μισθοδικείου».

Συμφώνησε να γίνει ειδικότερη μνεία στο Ψήφισμα για το θέμα της στέγασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.

            Εξέφρασε ενδοιασμούς σχετικά με τη χρησιμότητα ίδρυσης Ειδικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης, και αιτιολόγησε την απουσία του σχετικού θέματος από το σημερινό Ψήφισμα λέγοντας πως «θεωρήσαμε ότι μάλλον φτιάχνουμε ένα όργανο εποπτικό που μας δεσμεύει και μας ελέγχει ... περαιτέρω, σαν ένα είδος βοηθών επιθεωρητών δηλαδή, που τελικά το βρήκαμε στο δρόμο μας και δεν μας πολυάρεσε και με τη σκέψη αυτή το αφήσαμε απέξω …», δεσμεύτηκε ωστόσο να φέρει προς συζήτηση αυτό το θέμα στο Δ.Σ. για βαθύτερη ανάλυση.

Συμφώνησε ότι πρέπει να γίνουν ενέργειες για την προς τα έξω προβολή του δικαιοδοτικού έργου των Διοικητικών Δικαστηρίων και όχι μόνο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Τέλος, τόνισε ότι για το θέμα της «τριετίας» στις μεταθέσεις των διοικητικών δικαστών, το Δ.Σ. της Ένωσης είχε ενημερώσει τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας ότι θα πρότεινε στον Υπουργό Δικαιοσύνης την εναλλακτική λύση της ετήσιας παραμονής των δικαστών στην Επαρχία, αλλά ο Υπουργός επέλεξε, τελικά, μεσαία λύση. «Πάνω στη μεσαία λύση εμείς κάναμε μια νέα τροποιητική να μην ληφθεί από τότε που μετατίθεται ο Δικαστής στην έδρα του, αλλά από τότε που εγκρίνεται η απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου … τουλάχιστον ένα εξάμηνο πιο πριν».

            Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της δευτερολογίας των μελών του Δ.Σ. και μετά τον Πρόεδρο, έλαβε το λόγο ο Γεώργιος Καφφές, Πρόεδρος Πρωτοδικών (μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης).

            9) Γεώργιος Καφφές, Πρόεδρος Πρωτοδικών (μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης)

            Αναφέρθηκε στο θέμα της ισχύος που διαθέτουν τα συνδικαλιστικά όργανα των Δικαστικών Ενώσεων και τόνισε ότι, κατά τη γνώμη του, οι Ενώσεις διαθέτουν πολύ μεγάλη δύναμη, αλλά μόνον όταν στηρίζονται σε αποφάσεις Γενικών Συνελεύσεων που λαμβάνονται με αθρόα συμμετοχή των μελών τους.

            Υποστήριξε ότι επιβάλλεται η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή στις Γενικές Συνελεύσεις της Ένωσης, ώστε να ασκείται γόνιμη κριτική στα όργανα που εκπροσωπούν τους Διοικητικούς Δικαστές, για να μην υπάρχουν υπόνοιες κατάχρησης εξουσίας ή διαχείρισης της εν λόγω εξουσίας «εν λευκώ» ή για προσωπικό όφελος.

Τέλος, στο πλαίσιο της αναβάθμισης του ρόλου του Δ.Σ., πρότεινε να ληφθεί απόφαση για τροποποίηση του καταστατικού της Ένωσης που θα προβλέπει την αύξηση του αριθμού των μελών από επτά (7) σε εννέα (9).

10) Θεώνη Λειβαδίτη, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ. (Γενική Γραμματέας της Ένωσης)

Αναφέρθηκε στο θέμα των αναδρομικών αποδοχών των δικαστών και τόνισε ότι τον Απρίλιο του 2007 η πρόταση της κυβέρνησης ήταν για τρία χρόνια, αλλά χάρη στη συλλογική δράση όλων των Δικαστικών Ενώσεων επιτεύχθηκε τελικά η αναγνώριση πενταετίας.

            Για το θέμα της τριετίας τόνισε τις έντονες προσπάθειες του Δ.Σ. της Ένωσης να ανατραπεί η σχετική απόφαση του Σ.τ.Ε. και αναφέρθηκε στη «δυσκαμψία» της σχετικής Επιτροπής που συστήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης  για να μελετήσει σχετικά θέματα που αφορούν στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Αιτιολόγησε την πρόταση της Ένωσης που έγινε στον Υπουργό για νομοθετική ρύθμιση λέγοντας ότι «… θα έπρεπε να αφήσουμε τους συναδέλφους να καθίσουν τέσσερα χρόνια και όταν κάποτε η Επιτροπή αυτή ξανασυνεδριάσει θα βλέπαμε τι θα γινόταν … Γι’ αυτό το λόγο προσπαθήσαμε να περάσουμε κάποια νομοθετική ρύθμιση. Ευκταίο θα ήταν ο ένας χρόνος, δεν το συζητάμε…».

Τέλος, αναγνώρισε τη σημασία του έργου όλων των προηγούμενων Δ.Σ. και αρνήθηκε τη μομφή ότι το παρόν Δ.Σ. οικειοποιήθηκε το έργο των προγενέστερων, λέγοντας ότι «Κάθε Συμβούλιο ξεκινάει κάποιο έργο, το συνεχίζει το επόμενο. Είναι κάποια πράγματα τα οποία ξεκίνησαν πριν από το 2003 και έγιναν το 2007».

Κατόπιν, η Γενική Συνέλευση ενέκρινε ομόφωνα τα πεπραγμένα του Δ.Σ. και τον ταμειακό απολογισμό.

Ακολούθως έγινε πρόταση προ ημερησίας διατάξεως από τον Πρόεδρο της Ένωσης Γεώργιο Φαλτσέτο για παρακράτηση 50 ευρώ από την έκτακτη οικονομική ενίσχυση κάθε μέλους προκειμένου να ανταποκριθεί η Ένωση στις δαπάνες συμμετοχής στην «Ένωση των Ευρωπαίων Διοικητικών Δικαστών», η οποία (πρόταση) εγκρίθηκε ομόφωνα.

Επίσης, η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να μην τροποποιηθεί το σχέδιο ψηφίσματος ως προς την ειδική μνεία για τη στέγαση του Δ.Πρ. Πειραιώς, αλλά να εισαχθεί η λέξη «ενδεικτικά» με τη διατύπωση που θα έκαναν στη συνέχεια η κ. Παπαναγιώτου και ο κ. Φαλτσέτος, να προστεθεί στο Ψήφισμα μνεία για την προώθηση του νομοσχεδίου για τη Σχολή Δικαστών και να εισαχθεί τροπολογία αναφορικά με το ζήτημα της οικονομικής αυτοδιοίκησης των Δικαστηρίων.

Τέλος, ο Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης κήρυξε τη λήξη των εργασιών.