ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ

Σήμερα στις 20 Δεκεμβρίου 1990 ημέρα Πέμπτη και ώρα 12μ. στην αίθουσα συνεδριάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (οδός Σοφοκλέους αρ.5 Α’ όροφος) συνήλθαν σε έκτακτη γενική συνέλευση τα μέλη της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών με θέματα ημερησίας διάταξης: 1)Το πρόβλημα μεταστέγασης (κτιριακό) των Διοικητικών Δικαστηρίων Αθηνών και 2)Το μισθολογικό.

Ακολούθως, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη απαρτίας, η Γενικής Συνέλευση όρισε τα μέλη του Προεδρείου ως εξής: 1) Πρόεδρος ο κ.Ιωάννης Αθανασιάδης, Πρόεδρος Εφετών ΔΔ και 2) Μέλη: Αγγλική Λαϊνιώτη-Αντωνάκου και Αγγελική Παπαπαναγιώτου, Πρωτοδίκες ΔΔ.

Μετά ταύτα άρχισε η συζήτηση επί του πρώτου θέματος της ημερήσιας διάταξης με τον Πρόεδρο του ΔΣ της Ένωσης κ. Δημήτριο Μπαρδούτσο, ο οποίος πρότεινε την έγκριση ψηφίσματος στο οποίο να αναφέρονται τα εξής: Να

α) Ζητά από τον Πρωθυπουργό να συγκαλέσει τη σύσκεψη που υποσχέθηκε στις 19-10-1990 προς το προεδρείο της Ένωσης και να δώσει την αναγκαία λύση στο στεγαστικό πρόβλημα των Διοικητικών Δικαστηρίων της Πρωτεύουσας, με μεταστέγαση των Σχολών Αστυνομίας.

β) Εξουσιοδοτεί το ΔΣ σε περίπτωση παραπέρα καθυστέρησης επιλύσεως του προβλήματος αυτού, να ορίσει την έναρξη διακοπών των συνεδριάσεων μιας εβδομάδας κατά το δεύτερο 15θήμερο του Ιανουαρίου 1991 και, σε περίπτωση μη αποδόσεως του μέτρου αυτού, να προχωρήσει σε απόφαση αποκλεισμού του κτιρίου της οδού Σοφοκλέους, σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο και το Σύλλογο Υπαλλήλων Γραμματείας των Διοικητικών Δικαστηρίων.

Ακολούθησαν οι τοποθετήσεις επί του περιεχομένου του ψηφίσματος από διαφόρους ομιλητές, στους οποίους ο Πρόεδρος της Συνέλευσης έδωσε το λόγο

Ο πρώτος ομιλητής κ. Χαρ.Κότσιφας εξέφρασε τις αντιρρήσεις του ως προς το δεύτερο σκέλος του ψηφίσματος (αναφορικά με τις αντιδράσεις του Σώματος των Διοικητικών Δικαστών) και ειδικότερα ως προς τον αποκλεισμό του κτιρίου. Τις ίδιες αντιρρήσεις εξέφρασε και ο δεύτερος ομιλητής κ. Λεων.Γεωργακόπουλος. Ο τρίτος ομιλητής κ. Κων/νος Σιδέρης προέτεινε και διακοπή των συνεδριάσεων και εγκατάλειψη του κτιρίου της οδού Σοφοκλέους. Ακολούθως, ο τέταρτος ομιλητής κ. Απόστολος Μπέϊκος-Καραβάνας είπε ότι δεν συμφωνεί με τον αποκλεισμό. Ο κ. Ιωάννης Αθανασιάδης προέτεινε να απαλειφθεί το μέρος του ψηφίσματος που αναφέρεται στον αποκλεισμό. Ο κ. Πέτρος Παπανικολάου ανέφερε ότι η εγκατάλειψη του κτιρίου έχει την έννοια της απεργίας, η οποία δεν επιτρέπεται στους δικαστές. Η κ. Αλεξάνδρα Παπακωνσταντίνου υποστήριξε ότι προτεραιότητα του Υπουργείου θεωρείται η επίλυση του κτιριακού προβλήματος των φυλακών και όχι αυτού του δικαστηρίων. Ο όγδοος ομιλητής που έλαβε το λόγο κ. Νικ.Πιάς δήλωσε ότι, κατά την άποψή του, δεν πρέπει να αποφασιστεί τώρα το θέμα του τρόπου αντιμετώπισης του κτιριακού προβλήματος αλλά ότι αυτό πρέπει να τεθεί στην Τακτική Γενική Συνέλευση του Φεβρουαρίου. Η κ. Αγάπη Γαλενιακού-Χαλκιαδάκη είπε ότι ήδη έχουν γίνει αρκετές ενέργειες από την Ένωση για την επίλυση του θέματος αυτού, το οποίο, όμως, έως σήμερα εκκρεμμεί και πρότεινε να αποσυνδεθεί το πρόβλημα της μεταστέγασης από το αίτημα για ειδικό μισθολόγιο και να τεθεί σε ψηφοφορία το ψήφισμα ως έχει. Ο κ. Χρήστος Χουτόπουλος είπε ότι διαφωνεί ως προς τον αποκλεισμό του κτιρίου κυρίως γιατί με το ψήφισμα δεσμεύουμε ως προς το σημείο αυτό το Δ.Σ.Α. καθώς και τους δικαστικού υπαλλήλους.

Στο σημείο αυτό έγινε παρέμβαση από τον πρόεδρο του ΔΣ της Ένωσης, ο οποίος δήλωσε ότι με τις συνθήες που διεκπεραιώνονται οι εργασίες των δικαστηρίων στο κτίριο της οδού Σοφοκλέους παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα των εργαζομένων και για το λόγο αυτό πρέπει να εγκριθεί το ψήφισμα ως έχει πρωτευόντως για την άσκηση πίεσης.

Ο επόμενος ομιλητής κ. Πέτρος Μπούρας προέβαλε ότι το στεγαστικό πρόβλημα θα επιλυθεί με επίσκεψη στα δικαστήρια του Υπουργού και του Πρωθυπουργού, οι οποίοι θα μπορέσουν έτσι να διαπιστώσουν το πρόβλημα σε όλη του την έκταση. Ο κ. Βελισ.Καράκωστας, ακολούθως, υποστήριξε ότι το θέμα είναι ήδη ώριμο αφού επί πέντε χρόνια γίνονται συζητήσεις, συμφώνησε με τη θέση του κ. Μπαρδούτσου ότι παραβιάζονται ανθρώπινα δικαιώματα και κατέληξε στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος, πέρα από τις αγωνιστικές κινήσεις. Η ομιλήτρια κ.Αναστασία Μάνεση διαφώνησε ρητά με ενδεχόμενο αποκλεισμό του κτιρίου και έθεσε θέμα αντισυνταγματικότητας. Ο κ. Δημ. Σταθόπουλος υποστήριξε ότι, πριν κρίνουμε για την αντισυνταγματικότητα της συγκεκριμένης ενέργειας, πρέπει να εξετάσουμε αν οι δικαστές εργάζονται με ανθρώπινες συνθήκες.

Κατόπιν αυτών κηρύχθηκε περαιωμένη η συζήτηση επί του θέματος αυτού και τέθηκε σε ψηφορφορία το ψήφισμα, το οποίο ψηφίστηκε ως έχει από την πλειοψηφία της Γενικής Συνέλευσης. Μειοψήφισαν ως προς το δεύτερο σκέλος του ψηφίσματος η κυρία Αναστ.Μάνεση και οι κύριοι Ιωάννης Αθανασιάδης, Πέτρος Μπούρας, Ιωάννης Μιζάκης, Ιωάννης Κουρτέσης, Χαραλ.Κότσιφας, Ηλίας Θάνος, Κων/νος Κουλουριώτης, Ιωάννης Πανταζάτος, Αποστ.Μπέϊκος-Καραβάνας και Χρήστος Χουτόπουλος.

Ακολούθως, άρχισε η συζήτηση επί του δευτέρου θέματος της ημερησίας διάταξης, του μισθολογικού, με τον πρόεδρο του ΔΣ της Ένωσης, ο οποίος ανέφερε ότι πρόκειται να κατατεθεί στη Βουλή προς ψήφιση νομοσχέδιο με το οποίο, μεταξύ άλλων, προβλέπεται η αύξηση των οργανικών θέσεων των διοικητικών δικαστών κατά 49, η καθιέρωση και δεύτερης μισθολογικής προαγωγής και η χορήγηση αυξήσεων του βασικού μισθού, καθώς και επιδομάτων θέσεως στον πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους των ανώτατων δικαστηρίων, ως επίσης και η διατήρηση του επιδόματος εξομάλυνσης της α’ μισθολογικής προαγωγής από τους πρωτοδίκες που θα παίρνουν τη δεύτερη μισθολογική προαγωγή. Επίσης, δήλωσε ότι έχει συνταχθεί από το ΔΣ της Ένωσης σχέδιο ψηφίσματος που έχει ως εξής:

«γ) Αξιώνει να καταρτισθεί και να ψηφισθεί επιτέλους το από το Σϋνταγμα επιβαλλόμενο και από τον Πρωθυπουργό της Χώρας και τον Υπουργού Δικαιοσύνης κατ’ επανάληψη υπεσχημένο ειδικό δικαστικό μισθολόγιο, κάθε δε ρύθμιση οικονομικών θεμάτων των δικαστικών λειτουργών να περιλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως του βαθμούς.»

Ακολούθησαν οι απόψεις των ομιλητών που έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο της Γενικής Συνέλευσης. Ειδικότερα, ο κ. Βελισ.Καρακώστας είπε ότι υπήρξε αυτοδέσμευση του Πρωθυπουργού για σημαντική αύξηση των μισθών των δικαστών. Το ίδιο έχει υποσχεθεί και ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Το ειδικό μισθολόγιο, είπε ο ομιλητής, δεν είναι ανέφικτο, είναι ο κατάλληλος καιρός για την επιδίωξή του. Ο κ. Δημ. Σταθόπουλος, αφού παρέσχε διευκρινήσεις για τα αποτελέσματα της συνάντησης με τις άλλες δικαστικές ενώσεις, είπε ότι θεωρεί ως προέχον θέμα την καθιέρωση ειδικού μισθολογίου των δικαστών. Ο κ. Χαραλ.Κότσιφας ισχυρίστηκε ότι σήμερα πρέπει να δεχθούμε το νομοσχέδιο ως έχει και αργότερα να επιδιώξουμε την καθιέρωση ειδικού μισθολογίου. Ο κ. Γεωργ. Παπαγιαννόπουλος είπε ότι το ειδικό μισθολόγιο είναι μόνιμος στόχος και θα συνεχίσουμε να το διεκδικούμε, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι δεν πρέπει να δεχθούμε τα όσα δίδονται σήμερα αυτοβούλως από τη Διοίκηση. Η κ. Αλεξ. Παπακωνσταντίνου διαφώνησε με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου (ως προς μισθολογικές ρυθμίσεις) αφού με αυτό γίνονται ευνοϊκότατες ρυθμίσεις για τον Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους του Α.Π. ενώ στους παρέδρους και πρωτοδίκες με υπηρεσία 1-8 ετών δεν δίδεται κανένα ποσό. Επίσης, δήλωσε ότι απορρίπτει κάθε ρύθμιση που μας διχάζει. Ο κ. Λεων.Φλώρος είπε ότι πρέπει να δεχθούμε το νομοσχέδιο και παράλληλα να αγωνιστούμε για το ειδικό μισθολόγιο. Η κ. Ειρήνη Γιανναδάκη δήλωσε ότι: α) δεν ερωτήθηκαν για το νομοσχέδιο οι δικαστικές ενώσεις, β) η Κυβέρνηση δεσμεύτηκε για διπλασιασμό των μισθών και γ) ο Υπουργός πριν από τις δικαστικές διακοπές υποσχέθηκε συζήτηση για το μισθολόγιο από τον Ιανουάριο του 1991 και αναρωτήθηκε γιατί η Κυβέρνηση σπεύδει να περάσει αυτό το νομοσχέδιο που διχάζει τους δικαστές. Ο κ. Αποστ. Μπεϊκος-Καραβάνας ζήτησε να εξουσιοδοτηθεί το ΔΣ της Ένωσης για να ζητήσει το ειδικό μισθολόγιο. Ο κ. Αθαν.Καραμιχαλέλης υποστήριξε ότι είναι σοφότερο να ακολουθηθεί τη στιγμή αυτή η θέση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, δηλαδή να μην αναφερθεί τίποτα για το νομοσχέδιο. Το ίδιο υποστήριξε και η κ. Αγγελική Λαϊνιώτου που προσέθεσε ότι, απορρίπτοντας το νομοσχέδιο, δεν εξασφαλίζουμε τη ψήφιση ειδικού μισθολογίου και ότι το ψήφισμα πρέπει να αναφέρεται μόνο στην ανάγκη καθιέρωσης του ειδικού μισθολογίου χωρίς μνεία για τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου. Ο κ. Κων/νος Παππάς υποστήριξε ότι οι παροχές που δίνονται με το νομοσχέδιο δεν δίδονται οικειοθελώς και ότι είναι άξιο επισήμανσης το προς τα πάνω ύψος τούτων προς τους ανώτατους δικαστές. Ο κ. Δημ. Μπέϊκος, αφού δήλωσε ότι δεν υπάρχει πρόθεση διαφοροποίησης των ανώτερων προς του κατώτερους δικαστές, είπε ότι το νομοσχέδιο δεν καθιερώνει μισθολόγιο αλλά εισάγει κάποιες οικονομικές ρυθμίσεις. Ο κ. Νικ.Πιάς διευκρίνισε ότι δεν τίθεται θέμα διάσπασης των δικαστών, την οποία κάνενας δεν επιθυμεί. Το ίδιο δήλωσε και ο κ. Αθαν.Πρέζας που συμπλήρωσε ότι το νομοσχέδιο εισάγει μισθολογικές ρυθμίσεις που θα αναβάλλουν την ψήφιση ειδικού μισθολογίου. Η κ. Αγάπη Χαλκιαδάκη πρότεινε την τροποποίηση του ψηφίσματος ώστε με αυτό να ζητείται, σε περίπτωση τυχόν μισθολογικών ρυθμίσεων, να συμπεριλαμβάνονται στη σχετική ρύθμιση οι δικαστές όλων των βαθμών. Ο κ. Χρ.Χουτόπουλος ζήτησε να περιληφθεί στο ψήφισμα μόνο το αίτημα για το ειδικό μισθολόγιο. Ο κ. Ιωάν.Παναγιωτόπουλος συμφώνησε με την άποψη της κ. Χαλκιαδάκη. Ο κ. Γεωργακόπουλος ζήτησε να εγκριθεί το ψήφισμα ως έχει.

Ακολούθως, τέθηκε σε ψηφοφορία το θέμα αν πρέπει να εκδοθεί ψήφισμα για το μισθολόγιο, στο οποίο ψήφισε καταφατικά η πλειοψηφία της Συνέλευσης μειοψηφούντων των κ. Χαρ.Κότσιφα και Λεων.Φλώρου.

Μετά ταύτα τέθηκε σε ψηφοφορία ψήφισμα που έχει ως εξής: Αξιώνει να καταρτισθεί και να ψηφισθεί επιτέλους το από το Σύνταγμα επιβαλλόμενο και από τον Πρωθυπουργό της χώρας και τον Υπουργό Δικαιοσύνης κατ’επανάληψη υπεσχημένο ειδικό δικαστικό μισθολόγιο, κάθε δε ρύθμιση οικονομικών θεμάτων των δικαστικών λειτουργών να περιλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους βαθμούς.

Το ψήφισμα αυτό έγινε δεκτό από τη Γενική Συνέλευση κατά πλειοψηφία. Συνεπώς, το συνολικό κείμενο του ψηφίσματος, που ενέκρινε η Γ.Σ. έχει ως εξής:

Η έκτακτη Γενική Συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών της 20-12-1990:

α) Ζητά από τον Πρωθυπουργό να συγκαλέσει τη σύσκεψη που υποσχέθηκε στις 19-10-1990 προς το προεδρείο της Ένωσης και να δώσει την αναγκαία λύση στο στεγαστικό πρόβλημα των Διοικητικών Δικαστηρίων τη Πρωτεύουσας, με μεταστέγαση των Σχολών Αστυνομίας.

β) Εξουσιοδοτεί το ΔΣ, σε περίπτωση παραπέρα καθυστέρησης επιλύσεως του προβλήματος αυτού, να ορίσει την έναρξη διακοπών των συνεδριάσεων μιας εβδομάδας κατά το δεύτερο 15θήμερο του Ιανουαρίου 1991 και σε περίπτωση μη αποδόσεως του μέτρου αυτού να προχωρήσει σε απόφαση αποκλεισμού του κτιρίου της οδού Σοφοκλέους, σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο και το Σύλλογο Υπαλλήλων Γραμματείας των Διοικητικών Δικαστηρίων.

γ) Αξιώνει να καταρτισθεί και να ψηφισθεί επιτέλους το από το Σύνταγμα επιβαλλόμενο και από τον Πρωθυπουργό της χώρας και τον Υπουργό Δικαιοσύνης κατ’επανάληψη υπεσχημένο ειδικό δικαστικό μισθολόγιο, κάθε δε ρύθμιση οικονομικών θεμάτων των δικαστικών λειτουργών να περιλαμβάνει όλους ανεξαιρέτων του βαθμούς.

Κατόπιν τούτων, ο Πρόεδρος της Συνέλευσης κήρυξε τη λήξη των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης.